Στέλιος Πέτσας: «Ποτέ δεν δώσαμε το σήμα ότι τελειώσαμε με την πανδημία. Από την αρχή τονίζαμε, συνεχώς, την ανάγκη να σπεύσει ο κόσμος να εμβολιαστεί. Και αυτό γιατί, όπως επισημαίναμε, εάν δεν χτίσουμε το τείχος ανοσίας που θέλαμε, το φθινόπωρο θα είχαμε αυτή την εξέλιξη που βλέπουμε τώρα: δηλαδή, ένα βασικό κύμα, το οποίο «πνίγει» πρωτίστως τους ανεμβολίαστους και όχι την οικονομία ή την κοινωνία. Το βασικό ζητούμενο, τώρα, είναι να συνεχίσουμε με τον ίδιο ρυθμό εμβολιασμού. Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω ότι η μάχη της τρίτης δόσης για όλους όσοι έχει παρέλθει ένα εξάμηνο από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού τους, είναι πολύ κρίσιμη, καθώς αφορά κυρίως σε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας που είναι πιο ευάλωτοι, ή ανθρώπους με υποκείμενα νοσήματα».
Αναλυτικά, η συνέντευξη του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών, Στέλιου Πέτσα, στον τηλεοπτικό σταθμό Mega και τους δημοσιογράφους Ντίνο Σιωμόπουλο και Στέλλα Γκαντώνα.
«Ο ρυθμός των εμβολιασμών έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο εβδομάδες
– Τυχόν νέα μέτρα θα είναι για τους ανεμβολίαστους»
Πάντοτε ακούμε τις απόψεις των ειδικών και λαμβάνουμε τις τελικές μας αποφάσεις. Ωστόσο, σε αυτή τη φάση της πανδημίας, νομίζω ότι οι αριθμοί μας δείχνουν τον δρόμο. Και οι αριθμοί μας δείχνουν ότι είμαστε μάλλον σε καλό δρόμο ως προς την πορεία των εμβολιασμών. Ο ρυθμός των εμβολιασμών φαίνεται ότι έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Έχουμε σταθεροποιηθεί περίπου σε 55.000 εμβολιασμούς την ημέρα, με αρκετές πρώτες δόσεις, αρκετές δεύτερες και πολλές τρίτες δόσεις. Είναι, όπως συνηθίζω να λέω, μία μάχη τρίτης δόσης προκειμένου να ανακόψουμε αυτό το κύμα της πανδημίας. Και καλώ όλους όσοι έχουν εμβολιαστεί τον Ιανουάριο, τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο, να σπεύσουν για την επαναληπτική δόση προκειμένου να θωρακίσουν περισσότερο τον εαυτό τους έναντι στην πανδημία.
Ο αριθμός των κρουσμάτων είναι πράγματι κοντά στις 7.000 καθημερινά. Δεν θεωρώ ότι η πανδημία έχει ξεφύγει. Από το καλοκαίρι είχαμε επισημάνει το γεγονός ότι μόλις ο καιρός αρχίσει να κρυώνει και μπούμε στους εσωτερικούς χώρους, θα δούμε μία πανδημία ανεμβολίαστων. Οι ανεμβολίαστοι είχαν –και το λέμε εδώ και αρκετούς μήνες– δύο επιλογές: ή θα εμβολιαστούν, ή θα νοσήσουν. Ήταν κάτι που το έλεγαν όλοι οι ειδικοί. Ήταν κάτι που το έλεγε η Κυβέρνηση. Θυμάμαι κι εγώ τον εαυτό μου, προσωπικά, να το επισημαίνω πολλές φορές. Και απευθύνω, εκ νέου, έκκληση σε όλους όσοι δεν έχουν εμβολιαστεί, να σπεύσουν να το κάνουν. Πιστεύω, με βάση τα δεδομένα που έχουμε, ότι θα έχουμε μία έξαρση το επόμενο χρονικό διάστημα όσον αφορά στην καμπύλη των κρουσμάτων. Ωστόσο, από τα μέσα Δεκεμβρίου και μετά, εκτιμούμε ότι θα έχουμε μία απότομη πτώση. Προσωπικά, θεωρώ ότι εάν πάμε με τα μέτρα που έχουμε ανακοινώσει μέχρι τώρα, δεν θα χρειαστεί να παρθούν νέα μέτρα. Φυσικά, οι περιορισμοί που υφίστανται σήμερα, δεν αναμένει κάποιος ότι θα αρθούν τα Χριστούγεννα. Ωστόσο, δεν θα έβλεπα την ανάγκη κάποιας περεταίρω διαφοροποίησης. Τυχόν νέα μέτρα θα αφορούν κυρίως στους ανεμβολίαστους, όπως συμβαίνει και τώρα. Και αυτό γιατί, εκείνοι είναι που, πρωτίστως, κινδυνεύουν να νοσήσουν πιο βαριά και να οδηγηθούν στο νοσοκομείο ή σε μονάδα εντατικής θεραπείας και εκείνους θέλουμε να προστατεύσουν. Οι εμβολιασμένοι δεν βλέπουμε, βάσει των στοιχείων που έχουμε, ότι διατρέχουν κάποιον κίνδυνο σοβαρής νόσησης, ακόμη κι εάν κολλήσουν.
«Εντείνουμε τη συνεργασία με τις ιδιωτικές δομές υγείας
– Δεν τίθεται, αυτή τη στιγμή, θέμα επέκτασης της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού»
Τα μέτρα που βλέπουμε, αυτή τη στιγμή, να παίρνουν κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, νομίζω ότι είναι πιο πολύ μέτρα πίεσης ή χορήγησης κινήτρων στους ανεμβολίαστους, προκειμένου να εμβολιαστούν γρήγορα. Και αυτό γιατί πράγματι, σιγά-σιγά, με τόσα πολλά κρούσματα υπάρχει μία πρόσθετη πίεση. Και αναφέρομαι στη δυνατότητα του εθνικού συστήματος υγείας κάθε χώρας να προχωρά σε προγραμματισμένα χειρουργεία ή στο να περιθάλπτει ανθρώπους οι οποίοι εισάγονται στο νοσοκομείο με κάποια άλλη ασθένεια. Ευτυχώς, όπως έχει δείξει η εμπειρία τις τελευταίες ημέρες, στην Ελλάδα έχουμε τη δυνατότητα να αναπτύσσουμε και ιδιωτικές κλίνες εκεί όπου χρειάζεται –για παράδειγμα, στη Θεσσαλία έχουμε πάνω από 200 κλίνες, το ίδιο και στη Θεσσαλονίκη– και, επομένως, μπορούμε να εμπλουτίζουμε το δημόσιο σύστημα υγείας, να συνεργαζόμαστε με τον ιδιωτικό τομέα και να παρέχουμε εκείνες τις ανάσες που χρειάζεται το σύστημα, προκειμένου να ανταπεξέλθει. Και πιστεύω ότι έτσι θα προχωρήσουμε.
Έχουμε ξεκαθαρίσει ότι, αυτή τη στιγμή, δεν τίθεται ζήτημα επέκτασης της υποχρεωτικότητας. Η υποχρεωτικότητα δούλεψε, πράγματι, εκεί όπου εφαρμόστηκε –ιδίως στα νοσοκομεία και στις μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων– όμως, αυτή τη στιγμή, το θέμα περαιτέρω επέκτασης το έχουμε αφήσει στην άκρη. Τα ποσοστά εμβολιασμού είναι αρκετά υψηλά στις υπηρεσίες πρώτης γραμμής –είτε σε υπουργεία, είτε σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες αιχμής περίπου οι τέσσερις στους πέντε εργαζόμενους έχουν εμβολιαστεί– και, ως εκ τούτου, δεν βλέπουμε την ανάγκη περαιτέρω επέκτασης του μέτρου σε άλλους επαγγελματικούς κλάδους.
«Ποτέ δεν δώσαμε το σήμα ότι τελειώσαμε με την πανδημία»
Ποτέ δεν δώσαμε το σήμα ότι τελειώσαμε με την πανδημία. Από την αρχή τονίζαμε, συνεχώς, την ανάγκη να σπεύσει ο κόσμος να εμβολιαστεί. Και αυτό γιατί, όπως επισημαίναμε, εάν δεν χτίσουμε το τείχος ανοσίας που θέλαμε, το φθινόπωρο θα είχαμε αυτή την εξέλιξη που βλέπουμε τώρα: δηλαδή, ένα βασικό κύμα, το οποίο «πνίγει» πρωτίστως τους ανεμβολίαστους και όχι την οικονομία ή την κοινωνία. Το βασικό ζητούμενο, τώρα, είναι να συνεχίσουμε με τον ίδιο ρυθμό εμβολιασμού. Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω ότι η μάχη της τρίτης δόσης για όλους όσοι έχει παρέλθει ένα εξάμηνο από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού τους, είναι πολύ κρίσιμη, καθώς αφορά κυρίως σε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας που είναι πιο ευάλωτοι, ή ανθρώπους με υποκείμενα νοσήματα. Και από εκεί και πέρα, βασικό είναι επίσης να συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό και ο εμβολιασμός των συμπολιτών μας με την πρώτη και τη δεύτερη δόση. Πιστεύω ότι –παρά την κορύφωση που θα έχουμε μέσα στον Νοέμβριο– τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα, από τα μέσα Δεκεμβρίου.
Όσον αφορά στο κόστος των τεστ που καλούνται να πληρώνουν οι ανεμβολίαστοι, ο καθένας από εμάς, σίγουρα, είναι υπεύθυνος για τις επιλογές του. Όλοι έχουν τη δυνατότητα να θωρακίσουν τον εαυτό τους με δωρεάν εμβόλιο που παρέχει η Πολιτεία. Όσοι επιλέγουν μία άλλη λύση, η λύση αυτή θα πρέπει να επιβαρύνει τους ίδιους. Δυστυχώς, όσοι επιλέγουν να μην εμβολιάζονται δεν συμβάλλουν στο χτίσιμο του τείχους της ανοσίας και θα έλεγα –ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός– ότι η στάση τους έχει και κάποια αντικοινωνικά χαρακτηριστικά απέναντι στους συμπολίτες τους, υπό την έννοια ότι όσοι δεν επιλέγουν να εμβολιαστούν και αρνούνται να ακούσουν την επιστήμη, καταλαμβάνουν πολύ μεγάλο μέρος του δημόσιου συστήματος υγείας.
Σχετικά, τώρα, με την πρόταση το πιστοποιητικό εμβολιασμού να έχει ημερομηνία λήξης, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα τρίτης δόσης, είναι μία πρόταση που έχει αρχίσει να συζητείται σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς ωστόσο η συζήτηση να έχει καταλήξει κάπου, αυτή τη στιγμή. Είναι μία πρόταση που έχει τεθεί και από την Αξιωματική Αντιπολίτευση, από όσο έχω ακούσει, από τον κ. Φίλη. Προσωπικά, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα το έβλεπα κάπως υπερβολικό, ιδίως εάν αναφερόμαστε στη λήξη του πιστοποιητικού εμβολιασμού, στο πέρας του εξαμήνου. Ωστόσο, όσο προχωράει το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έχουμε απελευθερώσει τη δυνατότητα εμβολιασμού με την τρίτη δόση, όλα αυτά ενδεχομένως να επανέρχονται και από την πλευρά των ειδικών. Νομίζω ότι είναι κάτι που μπορούμε να το δούμε στην πορεία. Αυτή τη στιγμή, όμως, εκείνο που προέχει είναι να συνεχίσουμε να λέμε στους συμπολίτες μας να σπεύσουν να εμβολιαστούν και να κάνουν την τρίτη δόση.
«Έχουμε αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην Ελληνική οικονομία
– Το μέρισμα της ανάπτυξης πρέπει να πηγαίνει στους πολίτες που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη»
Υπάρχουν περιθώρια στο οικονομικό επιτελείο, τα οποία θα αξιοποιηθούν όσο πλησιάζουμε προς το τέλος της χρονιάς. Είναι κάτι που έχει πει, αρκετές φορές, και ο Υπουργός Οικονομικών. Τώρα, ποια θα είναι η κατεύθυνση αυτού του δημοσιονομικού χώρου, είναι κάτι που θα το δούμε προς τις αρχές του επόμενου μήνα. Και αυτό έχει, πάντα, να κάνει με τις προτεραιότητες. Οι πόροι υπάρχουν. Και αυτό γιατί έχουμε αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην Ελληνική οικονομία και γιατί η Ελληνική οικονομία αναπτύσσεται πολύ ταχύτερα από ό,τι όλοι προέβλεπαν –σας παραπέμπω, για παράδειγμα, στις προχθεσινές ανακοινώσεις της Κομισιόν– παρά τις κρίσεις και παρά τις εισαγόμενες ανατιμήσεις. Και όταν υπάρχει μία πολύ καλή πορεία της Ελληνικής οικονομίας, σημαίνει ότι όλοι συμβάλλουν. Επομένως, αυτό το μέρισμα της ανάπτυξης θα πρέπει να πηγαίνει εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη. Και αυτό θα το κρίνει ο Πρωθυπουργός με το οικονομικό επιτελείο.
