Ντ.Τραμπ: Ο βασιλιάς Κάρολος δεν θέλει να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα-Παρατείνεται το αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή

by Expertnews.gr

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σήμερα ότι ο βασιλιάς της Βρετανίας Κάρολος δεν θέλει να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα, αναφερόμενος στο επίμαχο ζήτημα της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή στα σχόλια που έκανε κατά το επίσημο δείπνο που παρέθεσε στον Λευκό Οίκο για τον βασιλικό επισκέπτη.

Το δείπνο παρατέθηκε κατά τη δεύτερη ημέρα της τετραήμερης επίσκεψης που πραγματοποιεί ο Κάρολος στις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια περίοδο τεταμένων σχέσεων, αφού ο Τραμπ έχει επανειλημμένα επικρίνει τον βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ ισχυριζόμενος ότι δεν τον βοηθάει στη διεξαγωγή του πολέμου στο Ιράν.

«Κάνουμε μια δουλίτσα αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή και την κάνουμε πολύ καλά», είπε ο Τραμπ στο δείπνο.

«Έχουμε νικήσει στρατιωτικά αυτόν τον συγκεκριμένο αντίπαλο και δεν θα αφήσουμε ποτέ αυτόν τον αντίπαλο – ο Κάρολος συμφωνεί μαζί μου ακόμα περισσότερο από εμένα- δεν θα αφήσουμε ποτέ αυτό τον αντίπαλο να έχει πυρηνικό όπλο».

Στα σχόλιά του έπειτα από εκείνα του Τραμπ, ο Κάρολος δεν μίλησε για το Ιράν ούτε για τον πόλεμο. Ο βασιλιάς δεν είναι εκπρόσωπος της βρετανικής κυβέρνησης.

Ερωτηθείσα σχετικά με τα σχόλια στο επίσημο δείπνο, η πρεσβεία της Βρετανίας στην Ουάσινγκτον παρέπεμψε το Ρόιτερς στα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, τα οποία δεν απάντησαν αμέσως σε αίτημα για σχόλιο.

Σε ομιλία που είχε κάνει νωρίτερα στο Κογκρέσο, ο Κάρολος δεν αναφέρθηκε άμεσα στον πόλεμο στο Ιράν, αναφέρθηκε όμως στις επικρίσεις του Τραμπ για το ΝΑΤΟ, ενώ υπογράμμισε τη σημασία της συνέχισης της αμερικανικής βοήθειας προς την Ουκρανία στον πόλεμό της με τη Ρωσία, καθώς και τους κινδύνους του απομονωτισμού.

Τόσο η Βρετανία όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υποστηρίξει στη διάρκεια των ετών ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να αναπτύξει πυρηνικά όπλα.

Η Τεχεράνη, η οποία δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα, αρνείται πως επιδιώκει να τα αποκτήσει, όμως λέει πως έχει δικαίωμα να αναπτύξει πυρηνική τεχνολογία για ειρηνικούς σκοπούς, περιλαμβανομένου του εμπλουτισμού, ως μέλος της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών.

Από την πλευρά του, ο Βασιλιάς Κάρολος υπογράμμισε ότι η ιστορική πορεία των σχέσεων Ηνωμένου Βασιλείου και Ηνωμένων Πολιτειών «δεν ήταν πάντοτε ευθύγραμμη», επισημαίνοντας ωστόσο πως η συμμαχία τους παραμένει «απαραίτητος πυλώνας ευημερίας και ασφάλειας».

Όπως ανέφερε, «οι λαοί μας πολέμησαν και θυσιάστηκαν μαζί για τις αξίες που μοιραζόμαστε, ενώ σταθήκαμε ενωμένοι στις καλύτερες και στις δυσκολότερες στιγμές». Παράλληλα, σημείωσε ότι η Βρετανία δεν πρόκειται να λησμονήσει τον καθοριστικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ανοικοδόμηση της Ευρώπης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Βρετανός μονάρχης αναφέρθηκε επίσης στον πόλεμο στην Ουκρανία, τονίζοντας ότι «η ελευθερία βρίσκεται ξανά υπό απειλή», σε μια έμμεση αναφορά στη ρωσική εισβολή.

Νωρίτερα, σε ομιλία του στο Κογκρέσο, ο Βασιλιάς δεν έκανε άμεση αναφορά στον πόλεμο στο Ιράν, ωστόσο αναφέρθηκε στην κριτική του Τραμπ προς το ΝΑΤΟ, τόνισε τη σημασία της συνεχιζόμενης αμερικανικής στήριξης προς την Ουκρανία και προειδοποίησε για τους κινδύνους του απομονωτισμού.

Τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν διαχρονικά τη θέση ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, αρνείται ότι επιδιώκει την ανάπτυξη πυρηνικού οπλοστασίου, υποστηρίζοντας ότι έχει δικαίωμα στην ανάπτυξη πυρηνικής τεχνολογίας για ειρηνικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένου του εμπλουτισμού ουρανίου, ως συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων.

       Την ίδια ώρα, οι προσπάθειες να τερματιστεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έμοιαζαν να παραμένουν σε απόλυτο αδιέξοδο χθες Τρίτη, με τις ΗΠΑ να αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τη νέα πρόταση του Ιράν για να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ , υπό διπλό, ιρανικό και αμερικανικό αποκλεισμό, που έχει παραλύσει την κίνηση των πλοίων.

   Η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα στενά αυτά, στρατηγικής σημασίας για την εμπορία πετρελαίου και αερίου, έχει μετατραπεί σε μείζον διακύβευμα ενόψει της επίλυσης της ένοπλης σύγκρουσης, που ξέσπασε με τους σαρωτικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν την 28η Φεβρουαρίου.

   Ενώ εφαρμόζεται κατάπαυση του πυρός τις τελευταίες τρεις εβδομάδες, τα  στενά παραμένουν de facto κλειδωμένα από την Τεχεράνη. Η Ουάσιγκτον από την πλευρά της συνεχίζει τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών και οι διαπραγματεύσεις των δυο πλευρών μοιάζουν να κάνουν σημειωτόν.

   «Δεν θεωρούμε ότι ο πόλεμος έχει τελειώσει», είπε στην ιρανική κρατική τηλεόραση εκπρόσωπος του στρατού του Ιράν, ο Αμίρ Ακραμινιά.

«Σθεναρή πίεση»

   Η πιο πρόσφατη πρόταση που φέρεται να έκανε η Τεχεράνη για να τερματιστεί το αδιέξοδο συζητήθηκε στην Ουάσιγκτον από τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τους κυριότερους συμβούλους του για ζητήματα ασφαλείας.

   Αμερικανοί αξιωματούχοι δεν διέψευσαν πληροφορίες του CNN και της Wall Street Journal κατά τις οποίες ο αμερικανός πρόεδρος άφησε να εννοηθεί σε συνεδρίαση τη Δευτέρα πως δεν υπάρχει σχεδόν καμιά πιθανότητα να δεχτεί την ιρανική πρόταση.

   Η Τεχεράνη απαίτησε η Ουάσιγκτον να αποκηρύξει τις «παράνομες και παράλογες απαιτήσεις» που προβάλλει, κρίνοντας ότι οι ΗΠΑ δεν είναι «σε θέση πλέον να υπαγορεύουν πολιτικές σε ανεξάρτητα έθνη».

   Σύμφωνα με ρεπορτάζ του αμερικανικού ιστότοπου Axios–το αναμετέδωσε αξιοσημείωτα το πρακτορείο IRNA–η ιρανική πρόταση είναι να ανοίξουν τα στενά, να τερματιστεί ο πόλεμος και μόνο κατόπιν να γίνει διαπραγμάτευση για το πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

   Το ιρανικό κοινοβούλιο προετοιμάζει νόμο που προβλέπει ότι αρμόδιες για τα στενά θα είναι οι ένοπλες δυνάμεις, που θα απαγορεύσουν τη διέλευση πλοίων του Ισραήλ, ή συνδεόμενων με αυτό, και θα επιβάλλουν τέλη διέλευσης, πληρωτέων σε ιρανικά ριάλ.

   «Δεν μπορούμε να ανεχθούμε οι Ιρανοί να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν σύστημα στο οποίο αυτοί θα αποφασίζουν ποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει διεθνή θαλάσσια οδό και πόσα πρέπει να πληρώνει για να τη χρησιμοποιήσει», είπε ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάρκο Ρούμπιο στο Fox News.

   Όπως το βλέπει το αμερικανικό κέντρο αναλύσεων Soufan, «οι ιρανοί ηγέτες πιστεύουν ότι η αύξηση των παγκόσμιων τιμών του πετρελαίου και οι επικείμενες παγκόσμιες ελλείψεις πετρελαϊκών υποπροϊόντων (…) θα θέσουν τον πρόεδρο Τραμπ υπό μεγάλη πίεση να αποδεχτεί επίλυση της σύγκρουσης που θα απέχει πολύ από την απαίτησή του για ‘παράδοση άνευ όρων’».

   Στην άλλη πλευρά, «ο Τραμπ και η ομάδα του μοιάζουν να λογαριάζουν–λαθεμένα, σύμφωνα με πολλούς ειδικούς–στο ότι ο αμερικανικός αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών θα ωθήσει τους ηγέτες του καθεστώτος να αποδεχθούν τις κεντρικές απαιτήσεις των ΗΠΑ», προσθέτει το κέντρο.

   Ο Ντόναλντ Τραμπ καταφέρθηκε χθες εναντίον του γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, προσάπτοντάς του μέσω Truth Social ότι «δεν ξέρει τι λέει» όταν αναφέρεται στο Ιράν.

   Ο επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης έκρινε προχθές Δευτέρα πως είναι φανερό ότι «οι Αμερικανοί δεν έχουν καμιά στρατηγική» και η Τεχεράνη «ταπεινώνει» τις ΗΠΑ.

   Ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε χθες ότι άνδρες του έκαναν νηοψία, κατόπιν άφησαν ελεύθερο εμπορικό πλοίο στη θάλασσα της Αραβίας, διότι υπήρχαν υποψίες πως προσπαθούσε να σπάσει τον αμερικανικό αποκλεισμό.

   Αφότου επιβλήθηκε ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών την 13η Απριλίου, 39 πλοία έχουν αναγκαστεί να ανακρούσουν πρύμναν, σύμφωνα με την ίδια πηγή.

   Η παράλυση του στενού, χωρίς προοπτική να ανοίξει ξανά άμεσα, έχει βαριές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Η τιμή του βαρελιού του πετρελαίου Μπρεντ Βόρειας Θάλασσας έκλεισε χθες πάνω από τα 111 δολάρια.

«Παγωμένη σύρραξη»;

   Μπροστά στο διπλωματικό αδιέξοδο, το Κατάρ προειδοποίησε χθες εναντίον του ενδεχομένου «παγωμένης σύρραξης» στον Κόλπο.

   Παράλληλα το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (ΣΣΚ), περιφερειακός οργανισμός υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, καταδίκασε για ακόμη μια φορά τις «κατάφωρες επιθέσεις» του Ιράν εναντίον των μελών του, απαιτώντας από την Τεχεράνη «σοβαρές προσπάθειες για την ανοικοδόμηση της εμπιστοσύνης».

   Ο πόλεμος στοίχισε τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους, στη μεγάλη πλειονότητά τους στο Ιράν και στον Λίβανο.

   Ο βομβαρδισμός που έγινε την πρώτη ημέρα του πολέμου εναντίον σχολείου στη Μινάμπ, στο νότιο Ιράν–μια από τις χειρότερες τραγωδίες αυτής της ένοπλης σύρραξης–σκότωσε 155 ανθρώπους, ανάμεσά τους 120 παιδιά, κι όχι 175, όπως έλεγαν ως τώρα οι αρχές στην Τεχεράνη, κατά νεότερο απολογισμό, αναθεωρημένο προς τα κάτω, που μεταδόθηκε χθες από την κρατική τηλεόραση IRIB.

   Στο άλλο βασικό θέατρο του πολέμου, στον Λίβανο, το Ισραήλ, που διεξάγει επιχειρήσεις εναντίον του σιιτικού κινήματος Χεζμπολάχ, εξαπέλυσε σειρά βομβαρδισμών, σκοτώνοντας τουλάχιστον οκτώ ανθρώπους, ανάμεσά τους τρία μέλη της πολιτικής προστασίας, και τραυμάτισε δυο άνδρες του στρατού του Λιβάνου, σύμφωνα με τις αρχές στη Βηρυτό.

   Ο ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών Γεδεών Σάαρ εξάλλου διαβεβαίωσε ότι η χώρα του δεν έχει απολύτως «καμιά εδαφική βλέψη» στον νότιο Λίβανο, όπου ο στρατός της χώρας του έχει αναπτύξει διάφορες μονάδες, παρά την κατάπαυση του πυρός που οι δυο πλευρές αλληλοκατηγορούνται πως αθετούν.

NEWS