Στην πρόταση για κατάτμηση των εκλογικών περιφερειών, είπε ότι στοχεύει στην ενίσχυση των εκβιαστικών διλημμάτων και της θεωρίας της «χαμένης ψήφου».
Επίσης, είπε ότι η καθιέρωση της «επιστολικής ψήφου» αποτελεί στρατηγική επιλογή που θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τη μυστικότητα και το αδιάβλητο της διαδικασίας. «Δεν σας ενδιαφέρει η αντιμετώπιση της αποχής, η οποία βέβαια έχει βαθιά πολιτικά αίτια. Αντιθέτως, θέλετε ένα λαό θεατή και απομονωμένο, μακριά από τη ζωντανή συλλογική δράση, ώστε να χειραγωγείται εύκολα από την εργοδοσία και τους μηχανισμούς σας. Για εμάς, η ψηφοφορία πρέπει να διεξάγεται με φυσική παρουσία στο παραβάν, ώστε να προστατεύεται η συνείδηση του πολίτη. Η συμμετοχή πρέπει να διευκολύνεται με περισσότερα εκλογικά τμήματα, ειδικές άδειες και δωρεάν μετακίνηση, και όχι με μεθόδους που υπονομεύουν την εκλογική διαδικασία».
Στη συνέχεια, ο βουλευτής της ΝΔ, Φίλιππος Φόρτωμας, τόνισε ότι η πρόταση της κυβερνώντος κόμματος για τη συνταγματική κατοχύρωση της ελληνικής γλώσσας αποτελεί «πράξη εθνικής ευθύνης». Όπως σημείωσε, «είναι μία γλώσσα Δημοκρατίας, Φιλοσοφίας, Επιστήμης, αλλά κυρίως Χριστιανισμού. Είναι ο συνεκτικός κρίκος του απανταχού Ελληνισμού με το ισχυρότερο εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας της χώρας μας».
Ο κ. Φόρτωμας στάθηκε ακόμα στο θέμα της Νησιωτικότητας και την παράγραφο 4 του άρθρου 101 για τη Νησιωτικότητα: «Ως βουλευτής Κυκλάδων, θεωρώ ότι η παρούσα αναθεώρηση είναι μια κατάλληλη ευκαιρία για να ενισχύσουμε σημαντικά την συνταγματική κατοχύρωση του όρου Νησιωτικότητα. Η υφιστάμενη διάταξη του άρθρου 101 παράγραφος 4, υπήρξε σημαντική, όμως όχι όσο θα έπρεπε, στήριξη, καθώς εμφανίζεται περισσότερο ως ένας χαρακτήρας κατευθυντήριων γραμμών προς τη διοίκηση και όχι υποχρεωτικότητας για τη λήψη ειδικών μέτρων. Οι δε νησιώτες εξακολουθούν να έχουν προβλήματα αυξημένου κόστους ζωής, δυσκολία στις μεταφορές, στην υγεία, στην παιδεία, αλλά και στη στελέχωση δημοσίων υπηρεσιών. Η Νησιωτικότητα δεν είναι προνόμιο.
Είναι μια μόνιμη πραγματικότητα που απαιτεί δεσμευτικές συνταγματικές εγγυήσεις. Οι, δε, Κυκλάδες προφανώς αξίζουν περισσότερα. Κυρίως ουσιαστική ισότητα, ειδικές δημόσιες πολιτικές και σταθερή ανάπτυξη και προοπτική, ώστε κανένας νησιώτης να μην νιώθει πολίτης δεύτερης κατηγορίας, γιατί δεν είμαστε».
Η βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ, Ιωάννα Λυτρίβη, μίλησε – μεταξύ άλλων – για το άρθρο 16, σημειώνοντας ότι «το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος μπορεί να παρέχει ανώτατη εκπαίδευση, αλλά ποιο πανεπιστημιακό σύστημα χρειάζεται η Ελλάδα ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα». {. . .] Διότι, από την ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης εξαρτώνται η επιστημονική πρόοδος, η ερευνητική παραγωγή, η καινοτομία, η εξωστρέφεια της χώρας και τελικά η δυνατότητα της να δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες για τις επόμενες γενιές. Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση για το άρθρο 16 δεν μπορεί να εξαντλείται σε ένα διαχωρισμό ανάμεσα στο δημόσιο και το μη κρατικό πανεπιστήμιο». Η διεθνής εμπειρία, είπε η κ. Λυτρίβη, δείχνει ότι τα πλέον επιτυχημένα συστήματα ανώτατης εκπαίδευσης δεν χαρακτηρίζονται από ομοιομορφία, ενώ, «η πρόταση που συζητούμε σήμερα δεν αποδυναμώνει το Δημόσιο Πανεπιστήμιο. Αντιθέτως, προϋποθέτει την εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του. Προϋποθέτει την πεποίθηση ότι τα ελληνικά Δημόσια Πανεπιστήμια διαθέτουν το επιστημονικό δυναμικό, την ακαδημαϊκή παράδοση και την ποιότητα ώστε να διαδραματίσουν ακόμα πιο ουσιαστικό ρόλο σε ένα περιβάλλον που ευνοεί την εξωστρέφεια, τις διεθνείς συνεργασίες, την ακαδημαϊκή αριστεία και τη συνεχή αναβάθμιση της ποιότητας».
Όσο για τη συνταγματική προστασία της ελληνικής γλώσσας, είπε ότι «δεν αποτελεί μια συμβολική αναφορά. [. . .] Είναι μια στρατηγική επιλογή που συνδέει την πολιτιστική μας συνέχεια με την δυνατότητα της χώρας να συμμετέχει ενεργά στη διεθνή κοινότητα της γνώσης, της έρευνας και της καινοτομίας».
Στο θέμα των ΜΜΕ και της ελευθερίας έκφρασης αναφέρθηκε διεξοδικά η βουλευτής του ΚΚΕ, Σεμίνα Διγενή: Με τις αλλαγές που προτείνει η κυβέρνηση στα άρθρα 14 και 15, «βαφτίζει εκσυγχρονισμό την πλήρη παράδοση της ενημέρωσης στις δυνάμεις της αγοράς και κόπτεται για την πολυφωνία». Ποια όμως πολυφωνία; Όταν λίγοι επιχειρηματικοί όμιλοι κατέχουν τηλεοπτικούς σταθμούς, εφημερίδες, ραδιόφωνα, ενημερωτικές ιστοσελίδες και ταυτόχρονα δραστηριοποιούνται σε κατασκευές, ενέργεια, εφοπλισμό, τράπεζες ή κρατικές συμβάσεις [. . .] Σήμερα, τόνισε, «η λογοκρισία δεν φοράει στολή, δεν κρατάει ψαλίδι. Κρύβεται μέσα σε έναν αλγόριθμο. Ένα κλικ αρκεί να εξαφανιστεί μια είδηση από εκατομμύρια οθόνες. Ένα κλικ φτάνει για να θαφτούν (εργατικές) κινητοποιήσεις, αποκαλύψεις, διαφορετικές απόψεις. Η σύγχρονη λογοκρισία δεν απαγορεύει, αποσιωπά. Δεν φιμώνει, εξαφανίζει. Και μέσα σε αυτό το τοπίο η κυβέρνηση τολμάει να μιλάει για προστασία της ελευθερίας της έκφρασης; Ποιας ελευθερίας; Του δημοσιογράφου που γνωρίζει ότι αν “δεν συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις” θα βρεθεί άνεργος; Του πολίτη που βομβαρδίζεται καθημερινά από πανομοιότυπες ειδήσεις και ολόιδιες αναλύσεις;».
Υπογράμμισε επίσης, ότι «η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από το ποιος κατέχει τα μέσα, ελέγχει τις ψηφιακές πλατφόρμες, σχεδιάζει τους αλγόριθμους και χρηματοδοτεί την ενημέρωση. Όταν όλα αυτά συγκεντρώνονται στα χέρια λίγων, η ελευθερία μετατρέπεται σε προνόμιο των ισχυρών. Το Σύνταγμα» παρατήρησε η κ. Διγενή δεν μπορεί να αγνοεί ποιος κατέχει τα μέσα ενημέρωσης και έχει τη δύναμη να κατασκευάζει την επικαιρότητα. Αν τα αγνοεί όλα αυτά, τότε δεν προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης. Νομιμοποιεί τον έλεγχό της».
Στην πρόταση συνταγματικής κατοχύρωσης σημαίας και γλώσσας αναφέρθηκε ο ανεξάρτητος βουλευτής Αλέξανδρος Αυλωνίτης. Απευθυνόμενος μάλιστα στον υπουργό Μετανάστευσης, Αθ. Πλεύρη, ρώτησε: «Ξέρετε με τι έχει προστατευτεί η σημαία, κύριε Πλεύρη; Με το αίμα των ελληνικών πολιτών [ . . ] Και έρχεστε εσείς να βάλετε συνταγματική διάταξη να προστατευτεί η σημαία.. Το μέγιστο σύμβολο των Ελλήνων. Όλων των Ελλήνων. Όχι των πατριδοκάπηλων. Και λέτε και για την ελληνική γλώσσα. Η οποία προστατεύεται από τον ελληνικό λαό. Ξέρετε πώς χάνει τις δυνατότητες της μια σημαία, κύριε Πλεύρη; Όταν η Ελλάδα είναι κυριαρχούμενη. Όταν η Ελλάδα ουσιαστικά είναι παρίας της διεθνούς κοινότητας. Όταν υπάρχει αυτή τη στιγμή η πλήρης ηγεμονία της αγγλικής γλώσσας.. [. . .] Η ελληνική γλώσσα μιλιόταν σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. Και χάθηκε τώρα. Γιατί οι μεγάλες δυνάμεις ουσιαστικά ελέγχουν τα πάντα, και πολιτιστικά, μια χώρα. Μπορείτε να μας πείτε πώς θα προστατεύσετε με αυτόν τον τρόπο την ελληνική γλώσσα;».
