Η Γερμανία και η Ιταλία επαναφέρουν στο προσκήνιο τη στρατηγική τους συνεργασία, στον απόηχο των παρεμβάσεων Τραμπ στο Νταβός και των εξελίξεων σε Ουκρανία και Γροιλανδία. Οι διακυβερνητικές διαβουλεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στη Ρώμη, μετά από διετή παύση, ανέδειξαν σύγκλιση απόψεων μεταξύ του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς και της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι στην ανάγκη ενίσχυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο στην άμυνα όσο και στην οικονομία.
Ο Μερτς ταξίδεψε στην ιταλική πρωτεύουσα συνοδευόμενος από 10 υπουργούς, μεταξύ των οποίων οι επικεφαλής των υπουργείων Οικονομικών, Εξωτερικών, Άμυνας και Εσωτερικών. Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκε κοινό «σχέδιο δράσης» για την εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς των 450 εκατ. καταναλωτών της ΕΕ, τη μείωση της γραφειοκρατίας και την επιτάχυνση αδειοδοτήσεων για επιχειρήσεις και πολίτες, καθώς και για την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας. Οι δύο χώρες, ισχυροί βιομηχανικοί πυλώνες της Ένωσης, επιδιώκουν να θωρακίσουν κρίσιμους τομείς, σε μια περίοδο που η αυτοκινητοβιομηχανία τους δοκιμάζεται και χιλιάδες θέσεις εργασίας βρίσκονται σε κίνδυνο.
Μερτς και Μελόνι εμφανίζονται επίσης ευθυγραμμισμένοι σε ζητήματα μεταναστευτικής πολιτικής και ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, καταθέτοντας κοινές προτάσεις ενόψει της ειδικής συνόδου κορυφής της ΕΕ στις 12 Φεβρουαρίου. Παράλληλα, το Βερολίνο πιέζει για την ενεργοποίηση της συμφωνίας Mercosur και την ολοκλήρωση της εμπορικής συμφωνίας με την Ινδία, ως απάντηση στον κλιμακούμενο εμπορικό προστατευτισμό των ΗΠΑ.
Ωστόσο, η στρατηγική σύμπλευση δεν στερείται διαφορών. Ο Μερτς τάσσεται υπέρ μιας ενιαίας και σθεναρής ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στον Τραμπ, ενώ η Μελόνι επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους με την Ουάσιγκτον. Παρά τις παλινδρομήσεις της Ρώμης, το συμπέρασμα από τη Ρώμη είναι σαφές: οι διεθνείς πιέσεις ωθούν Γερμανία και Ιταλία σε στενότερη συνεργασία, με στόχο μια πιο ισχυρή και αυτάρκη Ευρώπη.
