Η παρέμβαση του πρωθυπουργού Κυρ. Μητσοτάκη στη συζήτηση υψηλού επιπέδου της ελληνικής Προεδρίας του ΣΑ του ΟΗΕ, «Διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας: Αναδυόμενες τεχνολογίες και θαλάσσια ασφάλεια»
Το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται με επιλεκτικό τρόπο και οι κανόνες που διέπουν τις θάλασσες δεν μπορούν να αναδιατυπωθούν ώστε να εξυπηρετήσουν τις φιλοδοξίες μεμονωμένων κρατών, τόνισε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στη συζήτηση υψηλού επιπέδου της ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με θέμα «Διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας: Αναδυόμενες τεχνολογίες και θαλάσσια ασφάλεια».
Αναφερόμενος στο λεγόμενο τουρκολιβυκό μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ο πρωθυπουργός το χαρακτήρισε «κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών αρχών του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας». «Είναι παράνομο, είναι αυθαίρετο και αντιβαίνει στη γεωγραφία την ίδια», σημείωσε.
Αναλυτικά:
O Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προήδρευσε σήμερα, στη Νέα Υόρκη, σε ανοιχτή συζήτηση υψηλού επιπέδου της ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, με θέμα «Διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας: Αναδυόμενες τεχνολογίες και θαλάσσια ασφάλεια». Ακολουθεί η εθνική παρέμβαση του Πρωθυπουργού (ανεπίσημη μετάφραση από τα αγγλικά):
Εξοχότατοι, αγαπητοί συνάδελφοι, θα ήθελα να ξεκινήσω ευχαριστώντας όλους σας για τη συμμετοχή σας στη σημερινή συζήτηση. Θα ήθελα να ευχαριστήσω επίσης τους ομιλητές μας για τις εξαιρετικές παρεμβάσεις τους.
Πρόκειται, πιστεύω, για μια συζήτηση ιδιαίτερα επίκαιρη και αποτελεί μεγάλη τιμή για εμένα να προεδρεύω, ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Όπως ακούσαμε από τους εισηγητές μας, οι νέες τεχνολογίες μετασχηματίζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ναυσιπλοΐα, πραγματοποιούμε εμπορικές συναλλαγές και προστατεύουμε τις θάλασσές μας. Προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες, αλλά δημιουργούν και ουσιαστικά ευάλωτα σημεία.
Ωστόσο, καθώς εξετάζουμε αυτές τις εξελίξεις, δεν πρέπει να παραβλέψουμε ένα πιο θεμελιώδες ζήτημα: τον σεβασμό των κανόνων που διέπουν τις θάλασσές μας.
Δημιουργήσαμε μια διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες για έναν λόγο: επειδή κατανοούμε ότι η τήρηση κοινών κανόνων αποτελεί το θεμέλιο της ειρήνης, της σταθερότητας και της κοινής ευημερίας. Και αυτό δεν είναι πουθενά περισσότερο εμφανές από ό,τι στη θάλασσα.
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, με 172 συμβαλλόμενα μέρη και θεμελιώδεις διατάξεις που αντανακλούν το εθιμικό διεθνές δίκαιο και είναι δεσμευτικές για όλα τα κράτη, ξεχωρίζει ως ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της πολυμέρειας.
Παρέχει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που διέπει τις δραστηριότητες στη θάλασσα, διαφυλάσσοντας την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, προστατεύοντας τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών και καθιστώντας δυνατή την άνθηση του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου.
Ωστόσο, το Διεθνές Δίκαιο, κυρίες και κύριοι, δεν μπορεί να εφαρμόζεται με επιλεκτικό τρόπο και οι κανόνες που διέπουν τις θάλασσές μας δεν μπορούν να αναδιατυπωθούν ώστε να εξυπηρετήσουν τις φιλοδοξίες μεμονωμένων κρατών.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μία εποχή που αντιμετωπίζουμε απειλές για τη θαλάσσια ασφάλεια, όχι μόνο από μη κρατικούς παράγοντες, αλλά και από κράτη που αγνοούν απροκάλυπτα το Διεθνές Δίκαιο.
Επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα από τη δική μας περιοχή, την Ανατολική Μεσόγειο.
Το αποκαλούμενο τουρκολιβυκό μνημόνιο για οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών αρχών του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Είναι παράνομο, είναι αυθαίρετο και αντιβαίνει στη γεωγραφία την ίδια.
Η Ελλάδα και η Λιβύη είναι φυσικοί γείτονες, με αντικείμενες ακτές. Έχουν το δικαίωμα, βάσει του Διεθνούς Δικαίου, να οριοθετήσουν τις θαλάσσιες ζώνες τους μέσω συμφωνίας.
Αντίθετα, η Τουρκία και η Λιβύη δεν έχουν, το επαναλαμβάνω, δεν έχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές. Ωστόσο, έχουν επιχειρήσει να καθορίσουν ένα τεχνητό θαλάσσιο σύνορο μεταξύ τους. Αυτό είναι παράλογο. Δεν υπάρχει προηγούμενο -να το επαναλάβω: δεν υπάρχει προηγούμενο- για μια τέτοια διαγώνια οριοθέτηση.
Επιτρέψτε μου να το εξηγήσω με τη βοήθεια ενός χάρτη. Απλώς κοιτάξτε τη γεωγραφία.
Η Τουρκία και η Λιβύη έχουν προσπαθήσει ουσιαστικά να χαράξουν ένα θαλάσσιο σύνορο μεταξύ τους, ωσαν να μην υπάρχουν τα ελληνικά νησιά που βρίσκονται ανάμεσα στις ακτές τους.
Πολλοί από εσάς ίσως έχετε επισκεφθεί αυτά τα νησιά. Η Κρήτη, η πατρίδα των προγόνων μου είναι ένα από τα μεγαλύτερα νησιά της Μεσογείου, με περισσότερους από 620.000 κατοίκους. Στη Ρόδο ζουν άλλοι 125.000 άνθρωποι. Και τα νησιά Κάρπαθος και Κάσος, με χιλιάδες ακόμη κατοίκους.
Δεν πρόκειται για ακατοίκητους βράχους στη μέση της θάλασσας. Πρόκειται για ακμάζουσες κοινότητες, με ιστορία αιώνων, δυναμικές οικονομίες, όπου ζουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι.
Κι όμως, αυτό το μνημόνιο απλώς προσποιείται ότι δεν υπάρχουν.
Όμως, η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί. Και τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν μπορούν να διαγραφούν με το να χαράσσονται αυθαίρετες γραμμές σε έναν χάρτη.
Η Μεσόγειος μοιράζεται μεταξύ 21 παραθαλάσσιων κρατών. Τα θαλάσσια σύνορα προορίζονται για οριοθέτηση μεταξύ γειτονικών κρατών, όχι απλώς μεταξύ φίλων.
Η συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών που συνήφθη μεταξύ της Ελλάδας και της Αιγύπτου, το 2020, αποτελεί πρότυπο για τον τρόπο με τον οποίο γειτονικά κράτη μπορούν να καταλήξουν σε αμοιβαία συμφωνημένες λύσεις, σε πλήρη ευθυγράμμιση με το Διεθνές Δίκαιο. Η Ελλάδα και η Αίγυπτος έχουν αντικείμενες ακτές.
Χωρίς σεβασμό στους κοινούς κανόνες, «η θάλασσά μας» (Mare Nostrum) κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια ζούγκλα ανταγωνιστικών διεκδικήσεων και ιδιοτελών ρυθμίσεων.
Φανταστείτε η Ελλάδα και η Τυνησία να αποφάσιζαν να οριοθετήσουν θαλάσσιες ζώνες μεταξύ τους σαν να μην υπήρχαν καθόλου η Σικελία και η Μάλτα. Θα θεωρούσε κανείς, σοβαρά, νόμιμη μια τέτοια ρύθμιση;
Το Διεθνές Δίκαιο είναι απολύτως σαφές: τα νησιά έχουν δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες, συμπεριλαμβανομένης της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, οι σχετικές διατάξεις της οποίας αντανακλούν -το επαναλαμβάνω- εθιμικό δίκαιο που είναι δεσμευτικό για όλα τα κράτη.
Καμία συμφωνία μεταξύ δύο κρατών δεν μπορεί να στερήσει από τρίτο κράτος τα κυριαρχικά του δικαιώματα. Και καμία διμερής συμφωνία δεν μπορεί να υπερισχύει του Διεθνούς Δικαίου.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει αυτές τις θεμελιώδεις αρχές. Δεν παράγει έννομα αποτελέσματα όσον αφορά τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.
Και η πρόσφατη επικύρωσή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης δεν μπορεί να μετατρέψει ένα παράνομο μνημόνιο σε νόμιμη συμφωνία.
Αυτό δεν αποτελεί θέση μόνο της Ελλάδας.
Ο παράνομος χαρακτήρας αυτού του μνημονίου έχει αναγνωριστεί σαφώς από τη διεθνή κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των 27 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ορισμένα εκ των οποίων εκπροσωπούνται σε αυτό το τραπέζι.
Όσος χρόνος κι αν περάσει, ή όσο συχνά κι αν επαναλαμβάνονται οι παράνομες αξιώσεις, αυτό που είναι παράνομο παραμένει παράνομο.
Ωστόσο, δεν πρόκειται απλώς για μια διμερή διαφωνία. Αφορά την ίδια την ουσία των συζητήσεών μας για τη θαλάσσια ασφάλεια. Αμφισβητεί τα θεμέλια της πολυμέριας, απειλεί την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή και υπονομεύει τους κανόνες που προστατεύουν τα δικαιώματα των κρατών, μεγάλων και μικρών.
Επί περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας παρέχει ένα κοινό πλαίσιο για την ειρηνική συνύπαρξη, τη συνεργασία και την επίλυση θαλάσσιων διαφορών.
Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε οι θάλασσές μας να μετατραπούν σε ζούγκλα, όπου τα κράτη επιλέγουν ποιους κανόνες θα τηρούν και όπου οι αυθαίρετες διεκδικήσεις αντικαθιστούν το Διεθνές Δίκαιο.
Όπως τόνισε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ αναφερόμενος ακριβώς σε αυτό το ζήτημα, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η ισχύς του νόμου υπερισχύει του νόμου της ισχύος.
Διότι η εναλλακτική λύση σε μια διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες δεν θα είναι η ελευθερία. Είναι το χάος, η αντιπαράθεση και η αστάθεια.
Η αποτροπή ακριβώς αυτού ήταν ο λόγος για τον οποίο ιδρύθηκαν τα Ηνωμένα Έθνη. Και οι συνέπειες αυτού του παράνομου μνημονίου είναι πολύ πραγματικές, δεν περιορίζονται σε νομικά ζητήματα.
Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το μνημόνιο αυτό να λειτουργήσει ως πρόσχημα για την αμφισβήτηση νόμιμων δραστηριοτήτων στη θάλασσα ή για την παρεμπόδιση στρατηγικών έργων συνδεσιμότητας τα οποία η περιοχή μας χρειάζεται επειγόντως.
Πρόκειται για έργα, ειδικά όταν αναφερόμαστε στην Ανατολική Μεσόγειο, τεράστιας στρατηγικής και οικονομικής σημασίας. Προσφέρουν μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια, πιο προσιτή ηλεκτρική ενέργεια, ισχυρότερη περιφερειακή συνεργασία, καλύτερη συνδεσιμότητα δεδομένων και, τελικά, συμβάλλουν στη διαρκή ειρήνη.
Ωστόσο, η ανάπτυξή τους περιπλέκεται από μονομερείς αξιώσεις και προσπάθειες αμφισβήτησης νόμιμων δραστηριοτήτων στη θάλασσα.
Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία η θαλάσσια ασφάλεια. Δεν μπορούμε να μιλάμε σε αυτή την αίθουσα για την οικοδόμηση γεφυρών μεταξύ των εθνών, ενώ επιτρέπουμε σε άλλους να εμποδίζουν την οικοδόμηση αυτών των γεφυρών.
Και δεν μπορούμε να επιτρέψουμε οι αυθαίρετες θαλάσσιες διεκδικήσεις να αποτελέσουν εργαλεία παρεμπόδισης της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας μιας ολόκληρης περιοχής.
Κυρίες και κύριοι,
Αυτό που διακυβεύεται στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί μέρος μιας πολύ ευρύτερης πρόκλησης. Μιας πρόκλησης που επηρεάζει όχι μόνο τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, αλλά και την ευημερία και την καθημερινότητα δισεκατομμυρίων ανθρώπων.
Όπως αναφέρθηκε από τους εισηγητές μας, πάνω από το 80% του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών, από πλευράς όγκου, πραγματοποιείται μέσω θαλάσσης.
Τα πλοία μεταφέρουν την ενέργεια που τροφοδοτεί τις οικονομίες μας, τα τρόφιμα που τρέφουν τους πληθυσμούς μας και τα αγαθά που συνδέουν τις αγορές μας.
Είναι ψευδαίσθηση να πιστεύει κανείς ότι εναλλακτικές χερσαίες διαδρομές θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν το θαλάσσιο εμπόριο σε τέτοια κλίμακα.
Αυτό το εντυπωσιακό σύστημα παγκόσμιου εμπορίου και συναλλαγών έχει αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς της παγκόσμιας ευημερίας και της τεχνολογικής προόδου. Ωστόσο, η επιτυχία του εδράζεται σε μία θεμελιώδη προϋπόθεση: ότι οι θαλάσσιες διαδρομές παραμένουν ανοιχτές, ελεύθερες και ασφαλείς. Σήμερα, δυστυχώς, αυτή η προϋπόθεση δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη, από τα Στενά του Ορμούζ έως την Ερυθρά Θάλασσα, από τη Μαύρη Θάλασσα έως άλλα κρίσιμα θαλάσσια στενά.
Μόλις χθες ένα ακόμη εμπορικό φορτηγό πλοίο, ιδιοκτησίας ελληνικής εταιρείας, δέχτηκε επίθεση και βυθίστηκε στη Μαύρη Θάλασσα. Καταδικάζουμε απερίφραστα αυτή την επίθεση. Οι στοχευμένες επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας είναι απολύτως απαράδεκτες. Πρόκειται για μια ακόμη υπενθύμιση της επείγουσας ανάγκης για μια παγκόσμια ναυτική εκεχειρία, η οποία θα διασφαλίζει ότι τα εμπορικά πλοία μπορούν να πλέουν με ασφάλεια και ελευθερία, ακόμη και σε περιόδους σύγκρουσης. Διότι οι συνέπειες τέτοιων επιθέσεων εκτείνονται πολύ πέρα από τα όρια των θαλασσών.
Οι απειλές κατά της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας διαταράσσουν τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, οδηγούν σε αύξηση του κόστους των θαλάσσιων μεταφορών και των ασφαλίστρων και προκαλούν αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές.
Εν τέλει οι πολίτες μας είναι αυτοί που πληρώνουν το τίμημα. Σε μια εποχή που τα νοικοκυριά ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω του κόστους ζωής, η ανασφάλεια στη ναυτιλία ασκεί περαιτέρω πίεση στις τιμές της ενέργειας και των εμπορευμάτων, τροφοδοτεί τον πληθωρισμό και επιδεινώνει την επισιτιστική ανασφάλεια.
Όπως ακούσαμε από τους προηγούμενους ομιλητές, οι νέες τεχνολογίες καθιστούν αυτές τις προκλήσεις ακόμη πιο περίπλοκες. Η πρόκληση διαταραχών κοστίζει, δυστυχώς, λιγότερο παρά ποτέ και οι δυνητικές οικονομικές συνέπειες είναι πιο σοβαρές από σχεδόν οποιαδήποτε στιγμή στο παρελθόν.
Αυτό μας φέρνει στο θέμα της ευθύνης της Ευρώπης. Η Ευρώπη δεν μπορεί να φιλοδοξεί να γίνει παγκόσμια οικονομική δύναμη ενώ παραμένει θεατής όταν διακυβεύεται η ασφάλεια των εμπορικών της οδών. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι ως Ευρωπαίοι να αναλάβουμε μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην ευρύτερη γειτονιά μας. Αυτό σημαίνει την ανάπτυξη ισχυρών μέσων, την ενίσχυση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων μας και την ετοιμότητα να αναλάβουμε δράση όταν απειλείται η ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Η ναυτική επιχείρηση «ASPIDES» της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ερυθρά Θάλασσα, στην οποία η Ελλάδα διαδραματίζει ηγετικό ρόλο, αποτελεί απτό παράδειγμα του τι μπορεί και πρέπει να κάνει η Ευρώπη.
Πρέπει, όμως, να είμαστε πιο φιλόδοξοι. Η ικανότητα της Ευρώπης να δρα πρέπει να είναι εφάμιλλη της οικονομικής της δύναμης. Χρειαζόμαστε μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή παρουσία στον τομέα της ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή μας, σε στενή συνεργασία με τους εταίρους μας. Διότι η προστασία της θαλάσσιας ασφάλειας σημαίνει τη διαφύλαξη της ευημερίας των πολιτών μας, της ανθεκτικότητας των οικονομιών μας και, τελικά, των θεμελίων της διεθνούς ειρήνης και σταθερότητας.
Εξοχότατοι,
Μολονότι οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν τρωτά σημεία, προσφέρουν παράλληλα -όπως ακούσαμε- πρωτοφανείς ευκαιρίες. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι δορυφόροι, οι προηγμένοι αισθητήρες μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα στη θαλάσσια επιτήρηση, να βελτιώσουν την έγκαιρη προειδοποίηση και να ενισχύσουν την ικανότητά μας να προλαμβάνουμε και να ανταποκρινόμαστε στις απειλές.
Η τεχνολογία από μόνη της, δυστυχώς, δεν αποτελεί στρατηγική. Πρέπει να μετατρέψουμε την πληροφορία σε γνώση και τη γνώση σε αποτελεσματική δράση. Αυτή ακριβώς είναι η προσέγγιση, όπως ακούσατε από τον κ. Μπλέτσα, που ακολουθεί η Ελλάδα.
Είμαστε μία σημαντική ναυτική χώρα, επενδύουμε σε προηγμένες δυνατότητες επιτήρησης και διοίκησης-ελέγχου, ενσωματώνουμε δορυφόρους, αισθητήρες και συστήματα παρακολούθησης πλοίων, προκειμένου να δημιουργήσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα της ναυτιλιακής δραστηριότητας σε πραγματικό χρόνο.
Ωστόσο, καμία χώρα δεν μπορεί να προστατεύσει μόνη της τις θάλασσες. Χρειαζόμαστε ισχυρότερη διεθνή συνεργασία μεταξύ κρατών που έχουν τις ίδιες αντιλήψεις, καλύτερη ανταλλαγή πληροφοριών και, όπως ακούσαμε από τον Fareed Zakaria, μεγαλύτερες επενδύσεις σε ναυτιλιακές δυνατότητες, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι αναδυόμενες τεχνολογίες θα παραμένουν σταθερά προσδεδεμένες στο Διεθνές Δίκαιο.
Και καθώς η Ελλάδα προετοιμάζεται να αναλάβει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2027, η ναυτική ασφάλεια θα παραμείνει πολύ υψηλά στην ατζέντα μας.
Επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω, κυρίες και κύριοι, με τα παρακάτω λόγια: η θάλασσα μπορεί να μας ενώνει, μπορεί όμως και να μας χωρίζει. Μπορεί να αποτελεί γέφυρα μεταξύ των εθνών, πηγή ευμάρειας, ή πεδίο αντιπαράθεσης και σύγκρουσης. Το ποιο μονοπάτι θα ακολουθήσουμε είναι, τελικά, δική μας επιλογή. Και αυτή η επιλογή έχει ως αφετηρία τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου.
Για την Ελλάδα, ένα έθνος που έχει σμιλευτεί από τη θάλασσα, με χιλιάδες νησιά και τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο, αυτό αποτελεί ζήτημα ζωτικής σημασίας. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας εξαρτάται από τη θαλάσσια ασφάλεια και η θαλάσσια ασφάλεια εξαρτάται από τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου. Αυτά αποτελούν τη βάση του παγκόσμιου εμπορίου, της ευημερίας και της ειρήνης.
Καθώς η Ελλάδα πλησιάζει στο τέλος της θητείας της στο Συμβούλιο Ασφαλείας, επιτρέψτε μου να επαναβεβαιώσω τη δέσμευσή μας: η Ελλάδα θα παραμείνει σταθερός υπερασπιστής του Διεθνούς Δικαίου και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, συνεργαζόμενη με όλους τους εταίρους, για να διατηρήσουμε τις θάλασσές μας ανοιχτές, ασφαλείς και ειρηνικές. Διότι ό,τι συμβαίνει στη θάλασσα διαμορφώνει το μέλλον όλων μας.
Σας ευχαριστώ.
