Η Νικόλ Μαλλιωτάκη επανεξελέγη στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, επικρατώντας στην 11η εκλογική περιφέρεια της Νέας Υόρκης, η οποία περιλαμβάνει το Στέιτεν Άιλαντ και τμήματα του νότιου Μπρούκλιν.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του αποτελέσματος από το Associated Press, η οποία έγινε στις 04:26 τα ξημερώματα της Τετάρτης 4 Νοεμβρίου, η Μαλλιωτάκη είχε συγκεντρώσει 91.539 ψήφους, ποσοστό 56,6%, έναντι 69.915 ψήφων και ποσοστού 43,2% του Δημοκρατικού αντιπάλου της, Μάικ ΝτεΣίλις, με καταμετρημένο το 84% των ψήφων.
Η Μαλλιωτάκη, η οποία εξελέγη για πρώτη φορά στο Κογκρέσο το 2020, εξασφάλισε την τέταρτη συνεχόμενη θητεία της.
Προηγουμένως είχε υπηρετήσει στη Βουλή της Πολιτείας της Νέας Υόρκης από το 2011 έως το 2020, ενώ το 2017 ήταν υποψήφια των Ρεπουμπλικανών για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης.
Η βουλευτής, με ελληνική και κουβανική καταγωγή, διατηρεί στενούς δεσμούς με την ελληνοαμερικανική κοινότητα και έχει αναπτύξει κοινοβουλευτική δραστηριότητα σε ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις, το Κυπριακό και η αμερικανική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο, θέματα στα οποία έχει επανειλημμένα εκφράσει το ενδιαφέρον της μέσα από την παρουσία και τις παρεμβάσεις της στο Κογκρέσο.
Η Νικόλ Μαλλιωτάκη, κόρη Κρητικού μετανάστη και Κουβανής, η Νικόλ Μαλλιωτάκη γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1980 στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης και μεγάλωσε στο Στάτεν Άιλαντ, σε μια οικογένεια με δύο διαφορετικές μεταναστευτικές διαδρομές.
Ο πατέρας της, Γιώργος Μαλλιωτάκης, κατάγεται από την Κρήτη, ενώ η μητέρα της, Βέρα, εγκατέλειψε την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο.
Η οικογενειακή της ιστορία επηρέασε καθοριστικά την πολιτική της ταυτότητα, με έμφαση στην αντίθεσή της προς τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό.
Σε συνέντευξή της τον Σεπτέμβριο του 2026, η Μαλλιωτάκη περιέγραψε τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο πατέρας της όταν εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ.
Όπως ανέφερε, έφτασε στην Αμερική έχοντας μόλις 50 δολάρια στην τσέπη του και χωρίς να γνωρίζει αγγλικά. Παρά τις δυσκολίες, εργάστηκε σκληρά, δημιούργησε μια μικρή επιχείρηση και απέκτησε το δικό του σπίτι.
Η Μαλλιωτάκη παρουσίασε την πορεία του ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του «american dream», τονίζοντας ότι η εργατικότητα της οικογένειάς της και η ελληνική παράδοση της δημοκρατίας και της ιστορίας επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πολιτική.
Μεγάλωσε ως Ορθόδοξη Χριστιανή και διατήρησε στενούς δεσμούς με την ελληνική και την κουβανική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Μιλά αγγλικά, ισπανικά και ελληνικά.
Αποφοίτησε το 1998 από το New Dorp High School και στη συνέχεια σπούδασε Επικοινωνία και Δημόσιες Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Σίτον Χολ του Νιου Τζέρσεϊ, από όπου πήρε πτυχίο το 2001.
Το 2010 ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Wagner College.
