Στη Βουλή των Ελλήνων η Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά την επανεκλογή της

Ν. Κακλαμάνης: «Ο κυπριακός λαός δεν είναι μόνος. Ο αγώνας για τα δίκαια της Κύπρου είναι κοινός»
Η συναντίληψη των δύο λαών και κοινοβουλευτικών θεσμών ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου και η ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας δεν αποτελούν δύο παράλληλες πορείες αλλά μία άρρηκτα κοινή υπόθεση, μία σταθερά εμπιστοσύνης και συνεννόησης, για μία δίκαιη λύση του Κυπριακού, επιβεβαιώθηκε κατά την επίσημη επίσκεψη της Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας, κ. Αννίτας Δημητρίου, στην Αθήνα και στη Βουλή των Ελλήνων.

Αννίτα Δημητρίου: «Δεν θα κουραστούμε ν’ απαιτούμε την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων»
Ομιλία/Καλωσόρισμα του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, κ.Νικήτα Κακλαμάνη, προς την Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Αννίτα Δημητρίου
Ολομέλεια της Βουλής
30 Ιουνίου 2026
Εξοχότατη κυρία Πρόεδρε της Βουλής των Αντιπροσώπων,
Είναι η σειρά μου σήμερα να σας καλωσορίσω
στη Βουλή των Ελλήνων, με ιδιαίτερη χαρά αλλά και με βαθύ αίσθημα τιμής.
Αγαπητή Αννίτα,
Επίτρεψέ μου, πριν από οτιδήποτε άλλο,
να σε συγχαρώ θερμά για την πρόσφατη επανεκλογή σου στην Προεδρία της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Η ανανέωση της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό σου αποτελεί αναγνώριση της θεσμικής σου πορείας και της σταθερής προσήλωσής σου στον κοινοβουλευτισμό και τον δημόσιο διάλογο.
Η σημερινή σου, δε, παρουσία στην Αθήνα
αποκτά ακόμη μεγαλύτερο συμβολισμό καθώς
πραγματοποιείται σε μία ιδιαίτερα σημαντική συγκυρία για την Κυπριακή Δημοκρατία.
Σήμερα ολοκληρώνεται η Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κύπρο.
Μίας ιδιαίτερα απαιτητικής αποστολής, μέσα από την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία επιβεβαίωσε ότι το μέγεθος ενός κράτους δεν καθορίζει το πολιτικό του αποτύπωμα.
Καθορίζεται από τη συνέπεια, την αξιοπιστία
και την ικανότητά του να συνθέτει.
Και το θεωρώ αυτό αφορμή, για να μας υπενθυμίσει μια αξιωματική παραδοχή: ότι η ευρωπαϊκή πορεία Κύπρου και η ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας, δεν αποτελούν δύο παράλληλες πορείες.
Αποτελούν μία άρρηκτα κοινή υπόθεση.
Μία σταθερά εμπιστοσύνης και συνεννόησης
απέναντι στην πολλές φορές επαμφοτερίζουσα διάθεση πολλών από τους συμμάχους μας.
Κυρία Πρόεδρε,
Η επίσκεψή σας στην Αθήνα έρχεται, επίσης,
ως συνέχεια της πρόσφατης επίσκεψής μου στη Λευκωσία και της μεγάλης τιμής που μου επιφυλάχθηκε να απευθυνθώ στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Εκεί είχα την ευκαιρία να αισθανθώ
— με τρόπο βαθιά ανθρώπινο αλλά και πολιτικά ισχυρό — ότι η σχέση Ελλάδας και Κύπρου υπερβαίνει τις τυπικές διακρατικές σχέσεις.
Είναι σχέση μνήμης.
Είναι σχέση ευθύνης.
Και κυρίως, είναι σχέση αλληλεγγύης.
Εξοχοτάτη κυρία Πρόεδρε,
Θα ήθελα να επαναλάβω ενώπιον όλων
κάτι απολύτως ξεκάθαρο:
Ο κυπριακός λαός δεν είναι μόνος.
Ο αγώνας για τα δίκαια της Κύπρου είναι κοινός.
Όχι επειδή το επιβάλλει η ιστορία.
Όχι γιατί το επιβάλλει η γεωγραφία.
Αλλά επειδή υπάρχει μία βαθιά συναντίληψη
λαών και θεσμών.
Η θέση της Ελλάδας για την επίλυση του Κυπριακού υπήρξε και παραμένει σταθερή:
Πλήρης στήριξη των προσπαθειών
υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών
για μία συνολική και κοινώς αποδεκτή λύση,
βασισμένη στα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και πλήρως εναρμονισμένη με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Και το λέμε καθαρά:
Λύση δεν νοείται χωρίς την πλήρη αποχώρηση
των κατοχικών στρατευμάτων
και χωρίς την κατάργηση αναχρονιστικών
συστημάτων εγγυήσεων.
Και όσες φορές κι αν το επαναλάβουμε, δεν θα είναι αρκετές.
Η δίκαιη λύση του Κυπριακού δεν αποτελεί μία ευχή.
Αποτελεί διαρκή εθνική και ηθική υποχρέωση.
Υποχρέωση απέναντι στις κοινές θυσίες
πάνω στις οποίες χαλυβδώθηκε η σχέση μας.
Οφείλουμε να τιμούμε πάντοτε τη μνήμη όσων έπεσαν υπερασπιζόμενοι την ελευθερία
και την αξιοπρέπεια της Κύπρου.
Οφείλουμε να κρατούμε ζωντανή τη μνήμη των αγνοουμένων, γιατί όσο υπάρχουν οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις,
η Ιστορία δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει το χρέος της.
Και εδώ βρίσκεται η ιδιαίτερη σημασία των Κοινοβουλίων μας.
Τα Κοινοβούλια δεν καλούνται μόνο να νομοθετούν.
Καλούνται να λειτουργούν ως γέφυρες συνεννόησης.
Ως χώροι παραγωγής εμπιστοσύνης.
Ως θεματοφύλακες της δημοκρατικής σταθερότητας
Είναι η συλλογική μας άμυνα απέναντι στον λαϊκισμό.
Σε μία εποχή γεωπολιτικών μεταβολών
και αμφισβήτησης των δημοκρατικών θεσμών,
ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι απλώς μια τυπική διαδικασία.
Είναι το αντίδοτό μας απέναντι στον παραλογισμό και στην αβεβαιότητα που ολοένα συχνότερα χαρακτηρίζουν το διεθνές περιβάλλον.
Και ας θυμόμαστε πάντοτε κάτι:
Η δημοκρατία και η ειρήνη είναι έννοιες αλληλοεξαρτώμενες.
Όσο ισχυρότερη είναι η μία, τόσο πιο υτονόητη παραμένει η άλλη.
Αυτό είναι και το βάρος του δικού μας ρόλου
μέσα σε αυτή την αίθουσα.
Αγαπητή Αννίτα,
Θέλω να σε ευχαριστήσω προσωπικά για τη θερμή φιλοξενία που μου επιφυλάξατε στη Λευκωσία.
Η Βουλή των Ελλήνων σάς υποδέχεται σήμερα με το ίδιο αίσθημα οικειότητας και εκτίμησης.
Οι σχέσεις μας έχουν το προνόμιο
να μη χρειάζονται διαρκείς διακηρύξεις για να αποδεικνύονται.
Επιβεβαιώνονται μέσα από τη συνέπεια,
την παρουσία και τη διαρκή συνεργασία.
Οι θεσμοί οφείλουν να διατηρούν
το κύρος και τη σοβαρότητά τους.
Δεν χρειάζεται όμως να χάνουν την ανθρώπινη διάστασή τους.
Και γι’ αυτό σήμερα επιτρέπω στον εαυτό μου
να σας υποδεχθώ όχι μόνο ως Πρόεδρο της Βουλής
των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας,
αλλά και με τη ζεστασιά που δημιουργεί
μία σχέση ειλικρινούς εκτίμησης,
μια σχέση που έφερε τα δύο Κοινοβούλιά μας
ακόμη πιο κοντά.
Καλώς ήρθες στην Αθήνα.
Καλώς ήρθες στη Βουλή των Ελλήνων.

Εξοχότατε Κύριε Πρωθυπουργέ,
Αξιότιμε Κύριε Πρόεδρε της Βουλής των Ελλήνων,
Κυρίες και κύριοι μέλη της Ελληνικής Κυβερνήσεως,
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,
Στέκομαι απέναντί σας με ιδιαίτερη συγκίνηση και περηφάνια. Βρίσκομαι, σήμερα εδώ, στον Ναό της Δημοκρατίας, στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία, ως έννοια, ως πολιτική σκέψη και ως πολίτευμα. .
Και έχει ιδιαίτερα υψηλό συμβολισμό, για μένα, ότι η πρώτη μου επίσημη ομιλία, μετά την επανεκλογή μου, ως Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, πραγματοποιείται εδώ, στη Βουλή των Ελλήνων.
Θα ήθελα πραγματικά να εκφράσω από καρδιάς τις θερμές μου ευχαριστίες προς τον φίλο Πρόεδρο του Σώματος κ. Νικήτα Κακλαμάνη για την ευγενή του πρόσκληση να απευθυνθώ στην Ολομέλεια.
Ως Ελληνίδα της Κύπρου, η παρουσία μου εδώ, έχει μια ιδιαίτερησυναισθηματική αλλά και ιστορική αξία. Εδώ συναντώνται οι κοινές μας μνήμες, οι κοινοί μας αγώνες, αλλά και οι κοινές μας προσδοκίες για το μέλλον.
Εδώ όπου η νεότερη ελληνική δημοκρατία διαμόρφωσε τη συνείδησή της, αναμετρήθηκε με τις κρίσεις της και πήρε αποφάσεις που καθόρισαν τη θέση του Ελληνισμού στον σύγχρονο κόσμο.
Η δημοκρατική και φιλελεύθερη παράδοση αποτυπώθηκε ήδη από τα πρώτα βήματα των επαναστατών, μέσα ακόμη στη φωτιά του Αγώνα. Στο Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου διακηρύχθηκε ότι «όλοι οι Έλληνες εισίν όμοιοι ενώπιον των νόμων». Στο ίδιο πνεύμα κατοχυρώθηκε ότι «η ιδιοκτησία, τιμή και ασφάλεια εκάστου των Ελλήνων είναι υπό την προστασίαν των νόμων».
Αυτές οι λιτές αλλά βαθιά ριζοσπαστικές διατυπώσεις έθεσαν από την αρχή τον πυρήνα μιας ελεύθερης πολιτείας: ισότητα απέναντι στον νόμο, προστασία του πολίτη, ασφάλεια, ιδιοκτησία, αξιοπρέπεια και λογοδοσία.
Από τότε μέχρι σήμερα, η Βουλή των Ελλήνων υπήρξε το κέντρο των μεγάλων αντιπαραθέσεων και των μεγάλων εθνικών επιλογών.
Από αυτά τα έδρανα πέρασαν η αγωνία του Χαρίλαου Τρικούπη για ένα σύγχρονο, οργανωμένο κράτος, με υποδομές, θεσμούς, οικονομική σταθερότητα και ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές.
Ακούστηκε η φωνή του Ελευθερίου Βενιζέλου, που συνέδεσε την εθνική αυτοπεποίθηση με τον εκσυγχρονισμό, την εξωστρέφεια και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.
Και στη Μεταπολίτευση, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνέβαλε αποφασιστικά στην αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας, στην εμπέδωση των θεσμών και στην ένταξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ως στρατηγική επιλογή σταθερότητας, ασφάλειας και ευημερίας.
Αυτά τα έδρανα θυμίζουν ότι η δημοκρατία είναι καθημερινή άσκηση θεσμικήςευθύνης. Είναι αντιπαράθεση με κανόνες, απόφαση με λογοδοσία, διαφωνία με σεβασμό στους αντιπάλους.
Για εμάς, στην Κύπρο, η ισχύς και η ποιότητα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα έχουν πάντοτε ιδιαίτερη σημασία.
Η ιστορία μάς δίδαξε, με τον πιο οδυνηρό τρόπο, ότι όταν οι δημοκρατικοί θεσμοί σιωπούν, όταν η κοινοβουλευτική λογοδοσία υποκαθίσταται από αυταρχισμό και όταν οι μεγάλες εθνικές αποφάσεις λαμβάνονται έξω από το φως της δημοκρατικής ευθύνης, οι συνέπειες είναι τραγικές.
Η Κύπρος πλήρωσε βαρύ τίμημα από την έκλειψη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και μια Ελλάδα με ισχυρό κοινοβουλευτικό σύστημα, για την Κύπρο είναι ζήτημα ασφάλειας και όρος επιβίωσης.
Σήμερα, όμως, δεν είμαι εδώ για να μιλήσω για το παρελθόν αλλά για το μέλλον.
Ελλάδα και Κύπρος είμαστε δύο γειτονικές ευρωπαϊκές δημοκρατίες, με άρρηκτους ιστορικούς και εθνικούς δεσμούς, στην πιο ευαίσθητη άκρη της Ευρώπης. Δύο κράτη που ζουν δίπλα σε πολέμους, κρίσεις, μεταναστευτικές πιέσεις, ενεργειακές ανακατατάξεις, υβριδικές απειλές και αναθεωρητικές συμπεριφορές.
Δύο κράτη που γνωρίζουν ότι η ειρήνη χρειάζεται εξωστρέφεια, η ασφάλεια χρειάζεται αποτροπή και η ανάπτυξη χρειάζεται σταθερότητα.
Το κεντρικό συμπέρασμα της εποχής μας είναι σαφές: Ελλάδα και Κύπρος έχουν τη δυνατότητα να μετατρέψουν τη γεωγραφική τους θέση σε πηγή ισχύος.
Σε μια εποχή που όλοι οι διεθνείς παίκτες αναγνωρίζουν το στρατηγικό βάθος της περιοχής μας, οφείλουμε πρώτοι εμείς να το αξιοποιήσουμε.
Να αναδείξουμε τα πλεονεκτήματά μας ως μια ενιαία ευρωπαϊκή πύλη της νοτιοανατολικής Μεσογείου στη Μέση Ανατολή, τη βόρεια Αφρική και την Ασία.
Ως δυτικές δημοκρατίες με βαθιές ρίζες στην περιοχή και σχέσεις ειλικρίνειας με όλους τους γειτονικούς λαούς βρισκόμαστε σε προνομιακή θέση: είμαστε αξιόπιστοι συνομιλητές με χώρες που αναζητούν κι αυτές ασφάλεια, επενδύσεις, διασυνδεσιμότητα και θεσμική σταθερότητα.
Αλλά και μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι κοινές μας στρατηγικές μπορούν να αποκτήσουν μετασχηματιστική δυναμική.
Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης δεν είναι θεωρητική, ούτε αφορά μόνο τους θεσμούς των Βρυξελλών.
Είναι μια συζήτηση που γεννιέται από τις ίδιες τις κρίσεις: τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, την ενεργειακή ανασφάλεια, τις μεταναστευτικές πιέσεις, το τεχνολογικό χάσμα, την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας, την αγωνία των πολιτών για το κόστος ζωής, τη στέγη, την ασφάλεια και την προοπτική.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αλλάξει. Να περάσει από την Ευρώπη της αμηχανίας στην Ευρώπη της αποφασιστικότητας. Να αποκτήσει μεγαλύτερη ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων, πιο ενιαία φωνή στην εξωτερική πολιτική, πραγματική αμυντική ικανότητα, βαθύτερη ενεργειακή ένωση, κοινά εργαλεία ανταγωνιστικότητας και ισχυρότερους μηχανισμούς αλληλεγγύης.
Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν κάθε λόγο να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της συζήτησης. Όχι μόνο επειδή είμαστε τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, αλλά επειδή βιώνουμε νωρίτερα και εντονότερα τις μεγάλες προκλήσεις που αργότερα αγγίζουν τους Ευρωπαίους.
Η ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο, η προστασία των συνόρων, η ενεργειακή διαφοροποίηση, η σταθερότητα στη γειτονιά μας, είναι πρωτίστως ζητήματα ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Γι’ αυτό Ελλάδα και Κύπρος μπορούν να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη μετεξέλιξη της Ένωσης. Μπορούμε να προτείνουμε και κυρίως να συνθέσουμε με βάση τις εμπειρίες μας.
Να υπερβούμε τα ψευδοδιλήμματα που μας κρατούν πίσω.
Γιατί η Ευρώπη χρειάζεται και δημοσιονομική ευθύνη και επενδυτική τόλμη.
Χρειάζεται και ανοικτές αγορές και στρατηγική προστασία κρίσιμων τομέων.
Χρειάζεται και ανθρωπισμό και αποτελεσματική φύλαξη συνόρων.
Χρειάζεται και πράσινη μετάβαση και ενεργειακή ασφάλεια.
Το ίδιο ισχύει για την ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία. Η στήριξη στην Ουκρανία απέναντι στη ρωσική εισβολή είναι ζήτημα αρχής: τα σύνορα δεν αλλάζουν με τη βία και το διεθνές δίκαιο δεν εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Πρωτοβουλίες όπως το SAFE και η προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας είναι αναγκαία βήματα. Δίνουν δυνατότητες συμμετοχής, ενισχύουν κοινές προμήθειες, διαλειτουργικότητα, τεχνογνωσία και παραγωγική βάση.
Χρειάζεται, όμως, να υπηρετούν τη συνοχή, την ασφάλεια και την αξιοπιστία της ίδιας της Ευρώπης.
Είναι αδιανόητο ευρωπαϊκά χρήματα για εξοπλισμούς να καταλήγουν στην ενίσχυση μιας χώρας που διατηρεί στρατεύματα κατοχής σε ευρωπαϊκόέδαφος. Που εκτοξεύει απειλές πολέμου κατά άλλου κράτους μέλους.
Η συμμετοχή τρίτων χωρών σε τέτοιους μηχανισμούς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται διαδικαστικά. Είναι βαθιά πολιτικό ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας, αλληλεγγύης και αξιοπιστίας.
Η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική οφείλει επίσης να βλέπει την Ευρώπη όπως πραγματικά είναι. Υπάρχουν κράτη με βαριά βιομηχανική βάση και κράτη με οικονομίες που στηρίζονται περισσότερο στην εξωστρέφεια και επηρεάζονται από περιφερειακές κρίσεις.
Η Ελλάδα και η Κύπρος που στηρίζονται στις υπηρεσίες, στον τουρισμό, στη ναυτιλία, στην εκπαίδευση, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, χρειάζονται κανόνες που αναγνωρίζουν αυτές τις ιδιαιτερότητες.
Η Ευρώπη χρειάζεται πιο θαρραλέα χρηματοπιστωτικά εργαλεία κοινής δράσης όταν οι κρίσεις είναι εξωγενείς και οι ανάγκες υπερβαίνουν τις εθνικές δυνατότητες.
Αν οι νέοι δεν μπορούν να νοικιάσουν σπίτι, αν οι οικογένειες πιέζονται κάθε μήνα από το κόστος ζωής, αν η μεσαία τάξη νιώθει ότι προχωρεί με ολοένα μεγαλύτερη δυσκολία, τότε η ανάπτυξη δεν διαχέεται όπως πρέπει.
Στο μεταναστευτικό, Ελλάδα και Κύπρος μιλούν με την αξιοπιστία χωρών που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Μιλάμε επειδή τα ζούμε και όχι από την πολυτέλεια των σαλονιών μας.
Θέλουμε μια Ευρώπη που προστατεύει τα εξωτερικά της σύνορα, σέβεται το διεθνές δίκαιο, αντιμετωπίζει τα δίκτυα των διακινητών ως οργανωμένο έγκλημα και κατανέμει δίκαια την ευθύνη. Η ανθρωπιά και η ασφάλεια μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν σε μια σοβαρή ευρωπαϊκή πολιτική.
Ιδιαίτερη θέση στο κοινό μας μέλλον έχει η Παιδεία. Για τον Ελληνισμό, η Παιδεία υπήρξε πάντοτε κάτι παραπάνω από μετάδοση γνώσης.
Το πρώτο μέλημα για τους εθνικούς ευεργέτες, σε Ελλάδα και Κύπρο ήταν να κτίσουν σχολεία και σχολές, φροντίζοντας όχι μόνο για την επιβίωση αλλά και για την πνευματική καλλιέργεια των επόμενων γενιών. Η εκπαίδευση πάντα ήταν, εκτός από εργαλείο προόδου, φορέας ταυτότητας και γέφυρα με τον κόσμο.
Σήμερα Ελλάδα και Κύπρος μπορούν να δημιουργήσουν έναν ενιαίο χώρο εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας: με κοινά προγράμματα, ανταλλαγές φοιτητών και καθηγητών, ερευνητικές συνέργειες, συνεργασία σε τεχνητή νοημοσύνη, ιατρική, βιοτεχνολογία, πράσινη ενέργεια, κυβερνοασφάλεια και αμυντική καινοτομία.
Η εγκατάσταση πανεπιστημιακών δομών από τη μία χώρα στην άλλη είναι χειροπιαστή απόδειξη αυτής της σύσφιξης σχέσεων. Η παρουσία του Πανεπιστημίου Λευκωσίας στην Αθήνα και του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στη Λευκωσία δείχνουν ότι ο κοινός χώρος Ελλάδας και Κύπρου κτίζεται στα εργαστήρια, στις βιβλιοθήκες, στις συνεργασίες νέων ανθρώπων που θα κληθούν να σηκώσουν το βάρος μιας δύσκολης αλλά φιλόδοξης εποχής.
Σε αυτή την προσπάθεια πρέπει να εντάξουμε και τη διασπορά. Δεν αρκεί να καμαρώνουμε για τους Έλληνες που διαπρέπουν στο εξωτερικό. Οφείλουμε να δημιουργήσουμε προοπτικές περαιτέρω αξιοποίησής τους.
Να απευθύνουμε επίσης και μια παγκόσμια πρόσκληση στον Ελληνισμό: όσες οικογένειες, όσοι νέοι, όσοι επιστήμονες και επιχειρηματίες το επιθυμούν, να βρουν κίνητρα, ευκαιρίες και προοπτική για να ξανασυνδεθούν με τις ρίζες τους, στην Ελλάδα και στην Κύπρο.
Η επιστροφή δεν θα γίνει μόνο με συναίσθημα. Θα γίνει με καλά πανεπιστήμια, ποιοτικές δουλειές, κίνητρα, σύγχρονες υποδομές, αξιοκρατία και εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Στον τουρισμό, η επόμενη πρόκληση είναι η ποιότητα. Η Ελλάδα και η Κύπρος διαθέτουν το φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο για να προσφέρουν τουρισμό υψηλής αξίας, ολόχρονα, με σεβασμό στο περιβάλλον, στις κοινότητες, στην πολιτιστική κληρονομιά και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Στο δημογραφικό, που απειλεί αθόρυβα την προοπτική και την ύπαρξη του ελληνισμού, χρειαζόμαστε πολιτικές που στηρίζουν ουσιαστικά την οικογένεια, την εργασία, τη μητρότητα και την πατρότητα, τη συμφιλίωση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, την ελπίδα των νέων ανθρώπων ότι μπορούν να κτίσουν τη ζωή τους στον τόπο τους.
Κυρίες και κύριοι,
Η επίσκεψη μου συμπίπτει με την ολοκλήρωση σήμερα της δεύτερηςΚυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χώρα μας ανέλαβε τον ρόλο αυτό με όραμα και υψηλό αίσθημα ευθύνης, επιδιώκοντας να λειτουργήσει ως έντιμος διαμεσολαβητής, με πνεύμα συναίνεσης, διαφάνεια και συμπεριληπτικότητα.
Η Κυπριακή Δημοκρατία επιδίωξε να αφήσει έντονο το αποτύπωμά της στα υπό διαμόρφωση επόμενα βήματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης,επιβεβαιώνοντας ότι τα μικρά κράτη μπορούν να πετύχουν πολλά όταν υπάρχει όραμα, σκληρή δουλειά και μεθοδικότητα.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων είχε βέβαια τη δική της σημαντική συνεισφορά, στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής διάστασης της Κυπριακής Προεδρίας.

Τους έξι μήνες της Προεδρίας της, η Κύπρος είχε την ευκαιρία να αναδείξει τα μοναδικά της πλεονεκτήματα, τη στρατηγική της θέση και τις πολύ καλέςσχέσεις της με τις γειτονικές της χώρες.
Αλλά και η Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας αποτελεί υπόδειγμα σταθερότητας, ανθεκτικότητας και συνεργασίας στην περιοχή. Από τη σκληρή περίοδο των μνημονίων, την ύφεση, την αβεβαιότητα και την κοινωνική δοκιμασία, η χώρα κατάφερε να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της, να επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα, να προχωρήσει σε πρόωρες αποπληρωμές δανείων, να προσελκύσει επενδύσεις, να βελτιώσει τη διεθνή της εικόνα και να οικοδομήσει πιο υγιή οικονομική βάση. Για εμάς στην Κύπρο, αυτή η πορεία είναι πηγή υπερηφάνειας. Κάθε βήμα ισχυροποίησης της Ελλάδας ενισχύει την αυτοπεποίθηση ολόκληρου του Ελληνισμού.
Σε αυτό το πεδίο, οι νέοι κοινοί σχεδιασμοί Ελλάδας και Κύπρου έχουν ιστορική σημασία. Τα δίκτυα φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις και ο Great Sea Interconnector μπορούν να άρουν την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, να ενισχύσουν την ασφάλεια εφοδιασμού, να επιτρέψουν μεγαλύτερη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών και να συνδέσουν την Ανατολική Μεσόγειο με την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας, Μέσης Ανατολής, Ευρώπης. Πρόκειται για μια από τις πιο φιλόδοξες ιδέες διασυνδεσιμότηταςτης εποχής μας: λιμάνια, σιδηρόδρομοι, ενεργειακές υποδομές, ψηφιακά καλώδια, εμπορικές ροές, επενδύσεις και πολιτική συνεργασία που μπορούν να ενώσουν την Ευρώπη με την Ασία.
Η Ελλάδα, με τα λιμάνια, τις ενεργειακές υποδομές και τη σύνδεσή της με την ευρωπαϊκή ενδοχώρα, και η Κύπρος, με τη γεωγραφική της θέση, τη ναυτιλία, τις υπηρεσίες, την τεχνογνωσία και τον ρόλο της ως του πλησιέστερου ευρωπαϊκού κράτους στη Μέση Ανατολή, μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά ως ενεργειακός και γεωοικονομικός κόμβος της περιοχής.
Αλλά και ευρύτερα, η Ανατολική Μεσόγειος να πάψει να είναι χώρος αντιπαραθέσεων και να περάσει στη λογική της συνεργασίας και της αμοιβαίας ωφέλειας.
Εξάλλου αυτό υπηρετεί και τον γενικότερο κοινό μας σκοπό: την ειρήνη και την ευημερία όλων των κρατών της περιοχής. Σε αυτή την προοπτική χωρούν όλοι όσοι σέβονται το διεθνές δίκαιο, την κυριαρχία των κρατών και την αρχή της καλής γειτονίας.
Αυτό αφορά, ασφαλώς, και την Τουρκία. Η Τουρκία έχει να κερδίσει πολύ περισσότερα από μια περιοχή συνεργασίας, διασυνδέσεων και κοινής ανάπτυξης παρά από την επιθετικότητα, τις απειλές και την πολιτική των τετελεσμένων.
Το πραγματικό της συμφέρον δεν βρίσκεται στην ένταση, ούτε στην κατοχή, ούτε στην αμφισβήτηση δικαιωμάτων και κυριαρχίας. Βρίσκεται σε μια σχέση σεβασμού, διεθνούς νομιμότητας και ειρηνικής συνύπαρξης με τους γείτονές της.
Βέβαια, ως τότε, η αποτροπή παραμένει απαραίτητη.
Η Ελλάδα και η Κύπρος χρειάζονται κοινούς αμυντικούς σχεδιασμούς, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, συμμαχίες με χώρες που συμμερίζονται το όραμα της ειρήνης, της σταθερότητας και της συνεργασίας. Η Γαλλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Ινδία, κράτη της Μέσης Ανατολής, του Κόλπου και άλλοι εταίροι της περιοχής αποτελούν κρίσιμους συνομιλητές.
Τα τριμερή και πολυμερή σχήματα στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερο βάθος: στην άμυνα, στην ενέργεια, στην πολιτική προστασία, στην ασφάλεια κρίσιμων υποδομών.
Θέλω από το βήμα αυτό να εκφράσω, για μία ακόμα φορά, τη βαθιά ευγνωμοσύνη μας για την ακλόνητη στήριξη και έμπρακτη συμπαράσταση της Ελλάδας στην πρόσφατη απειλή που αντιμετώπισε η Κύπρος στη δίνη του πολέμου με το Ιράν.
Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον Πρωθυπουργό και την ελληνική κυβέρνηση, καθώς επίσης και εσάς αγαπητέ κύριε Πρόεδρε της Βουλής των Ελλήνων, που εκείνες τις δύσκολες μέρες του Μαρτίου επισκεφθήκατε τη Βουλή των Αντιπροσώπων, για να εκφράσετε τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη όλων των Ελλήνων.
Η παρουσία ελληνικών μέσων, αεροσκαφών και ναυτικής δύναμης είχε εκτός από επιχειρησιακή και ανθρώπινη σημασία. Οι Έλληνες της Κύπρου χρειάζονται αυτό το αίσθημα ασφάλειας. Ως έμπρακτη υπενθύμιση ότι η Κύπρος δεν στέκεται μόνη απέναντι στους κινδύνους.
Η Κύπρος ζει με μια γραμμή αντιπαράταξης που χωρίζει πόλεις, χωριά, περιουσίες, μνήμες και ζωές. Οι περίπου σαράντα χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες είναι η ανάσα της κατοχής δίπλα μας.
Και δεν θα κουραστούμε να απαιτούμε αυτό που θα ζητούσε κάθε ελεύθεροςπολίτης: την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, τον τερματισμό των εγγυήσεων, την κατάργηση των επεμβατικών δικαιωμάτων και την αποκατάσταση της ενότητας, της κυριαρχίας και της ελευθερίας της πατρίδας μας.
Ευχαριστούμε την Ελλάδα για τη σταθερή στήριξή της στο Κυπριακό και στη νέα προσπάθεια του ΓΓ του ΟΗΕ που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η Ελλάδα υπήρξε και παραμένει ο πιο σταθερός συμπαραστάτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στηρίζει την Κύπρο με σοβαρότητα, συνέπεια και σεβασμό. Και οι αρχές μας είναι καθαρές: Λύση στη βάση των αποφάσεων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και των αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιβίωση του Ελληνισμού στο νησί δεν μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο. Οι Έλληνες της Κύπρου δεν μπορούν να μετατραπούν σε μειονότητα στον ίδιο τους τον τόπο.
Κυρίες και κύριοι,
Ελλάδα και Κύπρος μοιράζονται αυτό το κοινό όραμα. Και καθήκον μας είναι:να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές μια Ελλάδα πιο ισχυρή, μια Κύπρο πιο ασφαλή, μια Ευρώπη πιο συνεκτική και μια Ανατολική Μεσόγειο πιο ειρηνική. Πηγή ευημερίας για κάθε λαό της περιοχής.
Σε αυτό το κοινό όραμα τα Κοινοβούλια μας έχουν καθοριστικό ρόλο να διαδραματίσουν με περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας μας, με κοινές δράσεις, με κοινή κατεύθυνση στην κοινοβουλευτική διπλωματία.
Αλλά και με πίστη στις δυνάμεις μας.
Με επιμονή στο διεθνές δίκαιο.
Με αυτογνωσία από την ιστορία μας.
Θα προχωρήσουμε μαζί με τόλμη και θάρρος για το μέλλον μας.
Σας ευχαριστώ θερμά.

