Σε μια ιστορική συνεδρίαση της Ολομέλειας, η Βουλή των Ελλήνων υποδέχθηκε τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, τιμώντας τα 35 χρόνια από την ανάρρησή του στον Οικουμενικό Θρόνο και τα 65 χρόνια από την έναρξη της ιερατικής του πορείας.
«Ο Θεός δίνει τον άνεμο. Ο άνθρωπος όμως πρέπει να σηκώσει το πανί»: Με την επιβλητική φράση του Ιερού Αυγουστίνου, ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, κ. Νικήτας Κακλαμάνης, υποδέχθηκε σήμερα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο την Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα, τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, σε μια ιστορική Ειδική Συνεδρίαση της Ολομέλειας.
Η επίσκεψη του Προκαθημένου της Ορθοδοξίας πραγματοποιήθηκε σε κλίμα βαθιάς θεσμικής και πνευματικής ανάτασης, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κωνσταντίνου Τασούλα. Σύσσωμη η πολιτειακή, πολιτική και θρησκευτική ηγεσία της χώρας τίμησε τον Παναγιώτατο για τη διπλή επέτειο των 35 ετών της Πατριαρχικής του θητείας και των 65 ετών της ιερατικής του αποστολής.
Κατά την προσφώνησή του, ο κ. Νικήτας Κακλαμάνης, τόνισε: «Με τα υπέροχα λόγια του Ιερού Αυγουστίνου θα ήθελα να τιμήσω την πολύτιμη προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα πέρατα του κόσμου και του χρόνου».
Ο Πρόεδρος της Βουλής συνέχισε παρομοιάζοντας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως ένα «καράβι που διαπλέει τους αιώνες» και αφήνει πίσω του ένα λαμπρό ίχνος χαράσσοντας νέους φωτεινούς προορισμούς.
«Από τον θεμελιωτή της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, τον πρώτο “ρωμηό” Άγιο, Απόστολο Ανδρέα, μέχρι τα νεότερα χρόνια, το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρέμεινε το εμβληματικό κέντρο τής Ορθοδοξίας, με έδρα την Πόλη των Πόλεων», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Ν. Κακλαμάνης, συμπληρώνοντας πως ο κ.κ. Βαρθολομαίος, ως ο 270ος Οικουμενικός οδηγός, με την αξιοσύνη και το ακάματο έργο του «φωτίζει τόσο τον απανταχού Ελληνισμό, όσο και τον πανανθρώπινο πολιτισμό».
Κλείνοντας την ομιλία του, ο Πρόεδρος της Βουλής υπογράμμισε τη θεσμική σημασία του Φαναρίου ως εγγυητή της ενότητας της Ορθοδοξίας, σημειώνοντας: «Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο οφείλουμε τιμή και ευγνωμοσύνη, γιατί εκεί χρωστάμε την ύπαρξη, τη συνοχή και τη συνέχειά μας. Η αποστολή του είναι η εγγύηση για την ιστορία, το παρόν και το μέλλον μας».

Στη συνέχεια, σε μια στιγμή υψηλού συμβολισμού, ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων απένειμε στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο το Χρυσό Μετάλλιο της Βουλής των Ελλήνων.
Ακολούθησε η ομιλία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη από το βήμα της Ολομέλειας, με τον Παναγιώτατο να αναφέρεται στην παγκόσμια συγκυρία και να τονίζει πως το κήρυγμα ειρήνης «τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας δεν είναι ούτε ουτοπικό ούτε ρητορικό», παρά το γεγονός ότι «ὁ δημόσιος λόγος κυριαρχεῖται διεθνῶς ὑπό θεωρήσεων γεωπολιτικῶν καί γεωοικονομικῶν, ὑπό ἀναλύσεων τοῦ λεγομένου “συσχετισμοῦ τῶν δυνάμεων”, ὑπό προσεγγίσεων, ὅπως ἀποκαλοῦνται, πραγματιστικῶν».
«Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ σύγχρονος ἐκδοχή τῆς λεγομένης Realpolitik ἔχει κατισχύσει πλήρως τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καί αὐτοῦ τούτου τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὁ ὁποῖος διέπεται ὑπό τῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς εἰρηνικῆς ἐπιλύσεως τῶν διαφορών», σημείωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Και συνέχισε προσθέτοντας: «Ἡ ἀνθρωπότης ἔχει ἀνάγκην μιᾶς σταθερᾶς συναινέσεως ἐπί ἑνός κορμοῦ κοινῶν θεμελιωδῶν ἀξιῶν, ἡ ὁποία θά λειτουργῆ, παρά τάς πολιτικάς, κοινωνικάς, θρησκευτικάς καί πολιτισμικάς διαφοροποιήσεις καί ἐντάσεις, ὡς βάσις διά τήν συμβίωσιν καί τήν σύμπραξιν τῶν ἀνθρώπων διά τό κοινόν καλόν».
Ο Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας εστίασε, ακόμη, στην επιτακτική ανάγκη της ανθρωπότητας για μια σταθερή συναίνεση γύρω από έναν κορμό κοινών θεμελιωδών αξιών, που θα επιτρέπει τη συμβίωση παρά τις διαφορές. Ως βάση αυτού του κορμού, υπέδειξε την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948), χαρακτηρίζοντάς την ως την απάντηση της παγκόσμιας κοινότητας στη μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή της ιστορίας.
Στην κατάμεστη αίθουσα της Ολομέλειας παρευρέθησαν μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, Αρχηγοί κοινοβουλευτικών κομμάτων, η πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κατερίνα Σακελλαροπούλου, πρώην πρωθυπουργοί, πρώην Πρόεδροι της Βουλής, βουλευτές, εκπρόσωποι του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Αρχηγοί άλλων Δογμάτων και άλλων Θρησκευμάτων, Πρέσβεις, ο Πληρεξούσιος Υπουργός Β΄ Γενικός Πρόξενος Κωνσταντινούπολης κ. Κωνσταντίνος Κούτρας, ο Γενικός Γραμματέας της Βουλής κ. Βασίλειος Μπαγιώκος, η Ειδική Θεματική Γραμματέας της Βουλής κ. Ελευθερία Παπαγεωργίου, ο Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής & Γενικός Γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, ο Διπλωματικός Σύμβουλος της Βουλής, Πρέσβης κ. Κωνσταντίνος Οικονομίδης, καθώς και ο Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής κ. Κώστας Μαυριάς.

Αναλυτικά, Ομιλία τής Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά την απονομή εἰς Αὐτόν του Χρυσού Μεταλλίου της Βουλήςτων Ελλήνων
Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας,
Ἐξοχώτατοι κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων
καί μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου,
Ιερότατε κ. Μητροπολίτη Χαλκίδος κ. Χρυσόστομε, εκπρόσωπε του Αρχιεπισκόπου Αθηνών καί πάσης Ἑλλάδος,
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες Ὀφφικιάλιοι,
Ἐκλεκτή ὁμήγυρις,
Χριστός Ἀνέστη!
Εὐγνωμόνως ἀποδεχόμεθα τήν προσγινομένην πρός τό ταπεινόν πρόσωπόν μας τιμήν τῆς ἀπονομῆς τοῦ Χρυσοῦ Μεταλλίου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, διακηρύσσοντες ὅτι ἡ τιμή αὐτή διαβαίνει ἐπί τήν Μεγάλην Ἐκκλησίαν τῆςΚωνσταντινουπόλεως, τήν ὁποίαν διακονοῦμεν, θείᾳ εὐδοκίᾳ καί χάριτι, ὡςΠροκαθήμενος αὐτῆς, ἐπί 35 συναπτά ἔτη. Ὅσα θά ἀκούσετε ἐν συνεχείᾳ, ἀπηχοῦνκαί ἐκφράζουν τό πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τήν ἀκλόνητον πιστότητά του εἰς τήν Παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν ἀνύστακτον μέριμνάν του διά τόνἄνθρωπον καί τήν δημιουργίαν.
Θαυμάζομεν τό ἀρχαῖον Ἑλληνικόν πνεῦμα, τό ὁποῖον ἐδώρισεν εἰς τήνἀνθρωπότητα τήν ἐλευθερίαν καί τήν δημοκρατίαν, τόν «λόγον» ὡς διάλογον, τήνἐπιστήμην, τήν παιδείαν καί τόν ἀνθρωπισμόν, τάς βάσεις δηλαδή τοῦ πολιτισμοῦ. Καί χαίρομεν ὅταν ἀκούωμεν, καί δή ἀπό ξένους, ὅτι ἡ ἐμφάνισις τοῦ φιλοσοφικοῦστοχασμοῦ εἰς τήν Ἀρχαίαν Ἑλλάδα εἶναι διά τόν πολιτισμόν ὅ,τι ἡ Μεγάλη Ἔκρηξιςδιά τήν γέννησιν τοῦ σύμπαντος. Συγκλονισμόν αἰσθανόμεθα καί ἀπέναντι εἰς τήνχαρακτηρισθεῖσαν ὡς «θαῦμα», σύζευξιν ἑλληνικοῦ καί χριστιανικοῦ πνεύματος. Ὅ,τιὑψηλότερον καί πολυτιμότερον εἶχεν ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικός πολιτισμός ἐνεσωματώθηεἰς τόν κορμόν τῆς Θεολογίας καί τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτελεῖ βαθεῖανἐμπειρίαν καί ἀκλόνητον πεποίθησίν μας, ὅτι ἡ ἀνεκτίμητος παρα-καταθήκη τῆςἑλληνικῆς ἀρχαιότητος ἐνεπλουτίσθη, ἀπέκτησε βαθύτερον κοινωνικόν περιεχόμενον, παγκοσμιό-τητα καί πνοήν αἰωνιότητος ἐντός τοῦ χριστιανικοῦ πνευματικοῦ πλαισίου.
Τό «θαῦμα» τῆς δημιουργικῆς συναντήσεως Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦσυνετελέσθη χάρις εἰς τήν δύναμιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, τῆς «μητρικῆς γλώσσης τοῦ πνεύματος», τῆς γλώσσης τοῦ Ὁμήρου, τῶν Τραγικῶν καί τῶν Φιλοσόφων, τῆςΚαινῆς Διαθήκης, τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ὑμνολογίας. Ἡ γλῶσσα μας, οὐσιαστικῶς φιλοσοφική, στοχαστική καί ποιητική, κατευθύνει τόννοῦν καί τήν σκέψιν πάντοτε πρός τό βάθος τῶν πραγμάτων, πρός τό οὐσιῶδες καί τόκαθολικόν, πρός τήν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγεν ὁ Δημόκριτος, εὑρίσκεται «ἐνβυθῷ».
Δέν εἶναι τυχαῖον, ὅτι ἡ ἑλληνική γλῶσσα καί ἡ Ὀρθόδοξος πίστις ἀνήκουν εἰςτόν πυρῆνα τῆς πνευματικῆς καί πολιτισμικῆς ἰδιοπροσωπίας τοῦ Γένους μας. Ἐάν εἰςτήν ἱστορικήν πορείαν του δέν ἔσβησε ποτέ ὁ λύχνος τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦπνεύματος, τοῦτο ὀφείλεται μεγάλως εἰς τό γεγονός ὅτι Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆςἘκκλησίας ἐτοποθέτουν εὐθαρσῶς τόν λύχνον αὐτόν ἐπί τήν λυχνίαν. Εἰς περιόδους δυστήνους, ἡ Ἐκκλησία ἵδρυσε σχολεῖα καί Ἀκαδημίας, διέσωσε τήν γλῶσσαν μας εἰςτήν λατρευτικήν της ζωήν, μαρτυροῦσα τήν ἀξίαν τῆς συνοχῆς καί τῆς ἑνότητός της διά τήν ἰδιοπροσωπίαν μας. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐσφράγισεν ἀνεξίτηλα τήνδιαδρομήν τοῦ Γένους, καλεῖται καί σήμερα νά λειτουργῇ ὡς θετική πρόκλησις ἐνΧριστῷ ζωῆς καί ἐλευθερίας, διά τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς πίστεως, τῆς δοξολογικῆςλατρείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς ὀρθῆς ἀντιλήψεως περί τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ εἰκών, τήν ὁποίαν ἔχομεν διά τόν ἄνθρωπον, διά τήν προέλευσιν καί τόνπροορισμόν του, διά τήν θέσιν του εἰς τόν κόσμον, διά τό νόημα τῆς ζωῆς του, διά τήνἐλευθερίαν καί τήν εὐδαιμονίαν του, καθορίζει τήν στάσιν μας ἀπέναντί του. Ἐάνβλέπωμεν τόν ἄνθρωπον ὡς «μηχανήν», ὡς homme machine ἤ ὡς ἁπλῆν βιολογικήνὀντότητα, τότε λίαν εὐχερῶς τόν μετατρέπομεν εἰς ἀντικείμενον ἤ τόν ὑποτιμῶμεν. Ἐάν τόν προσεγγίζωμεν ὡς «πρόσωπον» μέ ἀπόλυτον καί ἀναφαίρετον ἀξιοπρέπειαν, τότε ἡ συμπεριφορά μας καθίσταται ὅλως διαφορετική.
Ἡ ἀνθρωπίνη ἀξία καί ὁ ἀπόλυτος σεβασμός της δέν εἶναι δυνατόν νάθεμελιωθοῦν ἐπί μιᾶς νατουραλιστικῆς θεωρήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἔχομεν ἀνάγκηνπνευματικοῦ προσανατολισμοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐμπλουτίζει ὑπαρξιακῶς καί τρέφει τόἠθικόν μας αἰσθητήριον. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὁ λεγόμενος «ἠθικός ἀνθρωπισμός» τοποθετεῖ τόν ἄνθρωπον εἰς τήν κορυφήν τῆς ἱεραρχίας τῶν ἀξιῶν. Ὅμως, ἡ πεῖρα τῶναἰώνων δεικνύει ὅτι καί τά ἀνθρωπιστικά ἰδεώδη ἀπαιτοῦν πνευματικόν θεμέλιον καίστήριγμα, πέραν τοῦ «ἁπλῶς ἀνθρωπίνου». Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, πιστεύομεν, ὅτι διά τήν προστασίαν τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας, δέν εἶναι ἀρκετός ὁ προσανατολισμός «γενικῶς» εἰς τόν «ἄνθρωπον». Τό Προοίμιον τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐλλάδος «Εἰς τόὄνομα τῆς ἁγίας καί ὁμοουσίου καί ἀδιαιρέτου Τριάδος» εἰς αὐτήν τήν ἀλήθειανπαραπέμπει.
Ἡ ὑποτίμησις τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν δέν προωθεῖ οὔτε τόν σεβασμόν τοῦἀνθρωπίνου προσώπου καί τῶν θεμελιωδῶν δικαιωμάτων του, οὔτε τήν προστασίαντῆς φύσεως, οὔτε τόν ἀγῶνα διά τήν ἐλευθερίαν καί τήν κοινωνικήν δικαιοσύνην. Ἀντιθέτως, ἡ πίστις εἰς τόν Θεόν τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης ἀποτελεῖ πηγήνἐμπνεύσεως, ὀξύνει τό αἰσθητήριόν μας διά τό δέον καί τό πρακτέον καί ἐνισχύει τήνἀνθρωπίνην προσπάθειαν, ἀκόμη καί ὅταν αὐτή εὑρίσκεται ἐνώπιον δυσεπιλύτωνπροβλημάτων καί ἀνυπερ-βλήτων ἐμποδίων.
Αὐτή ὑπῆρξε καί παραμένει ἡ πηγή μαρτυρίας καί ἡ ταυτότης τῆς ἀποστολῆςτοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς πνευματικοῦ θεσμοῦ, συμφώνως καί πρός τό σοφῶςλεχθέν: «Τό γεγονός ὅτι ῾τό πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει᾽ (Φιλιπ. γ’, 20), δένἀναιρεῖ, ἀλλά ἐνδυναμώνει τήν μαρτυρίαν ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ». Τό ΟἰκουμενικόνΠατριαρχεῖον ἠγωνίσθη καί ἀγωνίζεται κατά τῆς φαλκιδεύσεως τοῦ ἀνθρωπίνουπροσώπου εἰς τάς ποικίλας ὄψεις της, στιγματίζει τόν ρατσισμόν, τάς διακρίσεις καίτάς συγχρόνους μορφάς δουλείας, ἀνθίσταται εἰς τάς δυνάμεις καί τάς τάσεις, αἱὁποῖαι ὑποσκάπτουν τήν κοινωνικήν συνοχήν καί τήν εἰρήνην καί καταστρέφουν τήνδημιουργίαν τοῦ Θεοῦ, προάγει τόν διάλογον μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον, μέτάς ἄλλας θρησκείας καί μέ τόν σύγχρονον πολιτισμόν. Ἡ ἔνστασις ὅτι αὐτή ἡ παρέμβασις ἐμπλέκει τήν Ἐκκλησίαν εἰς τήν ἀμφισημίαν τῶν ἀνθρωπίνωνπραγμά-των, ὅτι ἡ χριστιανική μαρτυρία μετατρέπεται εἰς πολιτικήν πρᾶξιν, στερεῖταιθεολογικῆς βάσεως καί εἶναι ἔνδειξις ἐξασθενήσεως τοῦ αἰσθητηρίου διά τήνσημασίαν τῶν ἱστορικῶν ἐξελίξεων, αἱ ὁποῖαι ἐγγίζουν τόν ἄνθρωπον εἰς τό βάθος τῆςὑπάρξεώς του. Δέν ὑπάρχει «τέλος τῆς ἱστορίας», τέλος τῆς ἀνάγκης καί τῆς εὐθύνηςδιαχειρίσεως τῶν ἀπροβλέπτων κατά τήν ἔκτασίν των, ἀλλά βεβαίων ἐξελίξεων, πολώσεων καί ἀνακατατάξεων. Σαφεστάτη εἶναι ἐπ᾿ αὐτοῦ ἡ διακήρυξις τῆς Ἁγίας καίΜεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη, 2016). «Ὁ λόγος τῆςἘκκλησίας ὑπῆρξε πάντοτε διακριτός καί θά παραμείνῃ εἰς τό διηνεκές μία ὀφειλετικήπαρέμβασις ὑπέρ τοῦ ἀνθρώπου».
Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον εἶναι ἡ πρώτη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀνέδειξεν, ἀκριβῶς ὡς ἔκφρασιν τῆς πνευματικῆς ταυτότητος καί μαρτυρίας της, τό οἰκοφιλικόνμήνυμα τοῦ Χριστιανισμοῦ, κατενόησε καί προέβαλε τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν ὡς«ἐφηρμοσμένην οἰκολογίαν». Τό ἐνδιαφέρον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας διά τό φυσικόν περιβάλλον δέν ὑπῆρξεν ἁπλῶς μία περιστασιακή ἀντίδρασις εἰς τήν σοβοῦσανοἰκολογικήν κρίσιν. Αὐτή ἦτο μόνον ἡ ἀφορμή, ὄχι ἡ αἰτία, διά νά ἀναπτύξῃἐπικαίρως τάς οἰκοφιλικάς της παραδόσεις. Αἱ προσπάθειαι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου συνέβαλον εἰς τήν ἔνταξιν τῆς οἰκολογικῆς θεματικῆς εἰς τούς διαχριστιανικούς καίδιαθρησκειακούς διαλόγους καί ἀπετέλεσαν ἔναυσμα διά τήν Θεολογίαν νά μελετήσῃτάς πνευματικάς, θρησκευτικάς καί ἠθικάς ρίζας καί διαστάσεις τοῦ περιβαλλοντικοῦζητήματος.
Ἐξ ἀρχῆς, προσηγγίσαμεν τήν οἰκολογικήν κρίσιν ὡς κοινωνικόν πρόβλημα καίἀνεδείξαμεν τήν ἀλληλουχίαν περιβαλλοντικῶν, κοινωνικῶν καί οἰκονομικῶνθεμάτων. Ἐτονίσαμεν ὅτι τό κυρίαρχον πρότυπον οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἀνήκει εἰςτά κύρια αἴτια τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως. Ἐπαναλαμβάνομεν καί ἐνώπιόν σας, Ἐξοχώτατοι καί ἀγαπητοί, αὐτό τό ὁποῖον λέγομεν συχνάκις: Ἡ οἰκονομικήδραστηριότης, ἡ ὁποία δέν σέβεται τόν οἶκον τῆς ζωῆς, τό φυσικόν περιβάλλον, δένεἶναι «οἰκονομία», ἀλλά «οἰκο-ἀνομία». Δἐν ἔχομεν μέλλον χωρίς τήν ὁλικήνστροφήν πρός μίαν «οἰκολογικήν οἰκονομίαν». Ἡ οἰκονομική ζωή καί οἱ κοινωνικοί ἀγῶνες ὀφείλουν νά ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπον καί τά ζωτικάς ἀνάγκας του καί τήνἀκεραιότητα τῆς δημιουργίας, στόχους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νά ἐπιτευχθοῦν μόνον εἰςπεριβάλλον εἰρήνης καί σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου.
Ποτέ εἰς τήν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος ἡ εἰρήνη δέν ὑπῆρξεν αὐτονόητοςκατάστασις, ἀλλά ἦτο πάντοτε κατάκτησις, ἀποτέλεσμα ἐμπνευσμένωνπρωτοβουλιῶν, γενναιότητος καί αὐτοθυσίας, ἀπορρίψεως τῆς βίας ὡς μέσου λύσεως διαφορῶν, διαρκής ἀγών διά τήν δικαιοσύνην καί τήν προστασίαν τῆς ἱερότητος τοῦἀνθρωπίνου προσώπου. Ἐπί τῆς βάσεως αὐτῆς, ἀσκεῖται σήμερα κριτική εἰς τάςθρησκείας, ἐπειδή, ἀντί νά λειτουργοῦν ὡς δυνάμεις εἰρηνοποιΐας, τροφοδοτοῦνσυχνάκις τόν φανατισμόν καί τήν βίαν «ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ». Ἡμεῖς προσωπικῶς, ἐνἀκλονήτῳ πεποιθήσει ὅτι ἡ εἰρήνη τῶν λαῶν καί τῶν πολιτισμῶν εἶναι ἀνέφικτος ἄνευτῆς εἰρήνης μεταξύ τῶν θρησκειῶν καί τῆς εὐρυτέρας συμβολῆς των εἰς τόνπαγκόσμιον ἀγῶνα διά τήν εἰρήνην, ἐπαινοῦμεν καί στηρίζομεν πᾶσαν εἰλικρινῆεἰρηνευτικήν πρωτοβουλίαν, ἀγωνιζόμεθα δέ ἀδιαλείπτως διά τήν διαθρησκειακήνσυνεργασίαν καί τήν ἀνάδειξιν καί τήν ἄσκησιν τοῦ εἰρηνοποιητικοῦ ρόλου τῶνθρησκειῶν. Θεωροῦμεν τόν φονταμενταλισμόν ἔκπτωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος καί οὐδόλως ἕν συμφυές μέ τήν πίστιν φαινόμενον. Ἡ γνησία πίστις εἶναι ὁ αὐστηρότερος κριτής τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καί τῆς μισαλλοδοξίας.
Τό περί Εἰρήνης κήρυγμα τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας δένεἶναι οὐτοπικόν καί ρητορικόν. Γνωρίζομεν καλῶς ὅτι ὁ δημόσιος λόγος κυριαρχεῖταιδιεθνῶς ὑπό θεωρήσεων γεωπολιτικῶν καί γεωοικονομικῶν, ὑπό ἀναλύσεων τοῦλεγομένου «συσχετισμοῦ τῶν δυνάμεων», ὑπό προσεγγίσεων, ὅπως ἀποκαλοῦνται,πραγματιστικῶν. Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ σύγχρονος ἐκδοχή τῆς λεγομένης Realpolitik ἔχεικατισχύσει πλήρως τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καί αὐτοῦ τούτου τοῦ ΚαταστατικοῦΧάρτου τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὁ ὁποῖος διέπεται ὑπό τῆς γενικῆς ἀρχῆςτῆς εἰρηνικῆς ἐπιλύσεως τῶν διαφορών. Ὁ περί Εἰρήνης Ὀρθόδοξος λόγος ὑπερβαίνειπροδήλως τήν Ἱστορίαν ὡς λόγος σωτηριολογικός, ἀλλά ἡ Ἱστορία ἐκβάλλει ἐκ τῶνσπλάχνων καί τῶν πληγῶν της διδάγματα εὔγλωττα καί ἐναργῆ.
Ἡ ἀνθρωπότης ἔχει ἀνάγκην μιᾶς σταθερᾶς συναι-νέσεως ἐπί ἑνός κορμοῦκοινῶν θεμελιωδῶν ἀξιῶν, ἡ ὁποία θά λειτουργῆ, παρά τάς πολιτικάς, κοινωνικάς, θρησκευτικάς καί πολιτισμικάς διαφοροποιήσεις καί ἐντάσεις, ὡς βάσις διά τήνσυμβίωσιν καί τήν σύμπραξιν τῶν ἀνθρώπων διά τό κοινόν καλόν.
Αὐτός ὁ κορμός παγκοσμίων ἀξιῶν ἔχει ἀποτυπωθῆ, ὡς «τό κοινό ἰδανικό, στό ὁποῖοπρέπει νά κατατείνουν ὅλοι οἱ λαοί καί ὅλα τά ἔθνη», εἰς τά τριάκοντα ἄρθρα τῆςΟἰκουμενικῆς Διακηρύξεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου (10 Δεκεμβρίου 1948), τοῦ «πιθανῶς γνωστοτέρου νομικοῦ κειμένου εἰς τόν σύγχρονον κόσμον», τό ὁποῖονἀποτελεῖ τήν ἀπάντησιν τῆς παγκοσμίου κοινότητος εἰς τήν μεγαλυτέρανἀνθρωπιστικήν καταστροφήν εἰς τήν ἱστορίαν.
Δυστυχῶς, σήμερα, ἠθελημέναι παρανοήσεις, ὁ χαρα-κτηρισμός τῶνδικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ὡς τοῦ «δουρείου ἵππου τῆς Δύσεως» μέ στόχον τήνπολιτισμικήν ἐπικράτησιν, ἐνστάσεις ἐκ μέρους τῶν θρησκειῶν περί διαβρώσεως τῶνκοινοτικῶν παραδόσεών των διά μέσου τοῦ δυτικοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ, ἡ μετανεωτερική ἀπόρριψις τῆς λεγομένης «τυραννίας τοῦ γενικοῦ», ὁδηγοῦν εἰςἠχηράς ἀμφισβητήσεις τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ὡς «οἰκουμενικοῦ ἀνθρωπιστικοῦκριτηρίου».
Ἡ πορεία τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται κατά βάθος ἀπό τήνστάσιν τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν θρησκειῶν ἀπέναντί των. Δυτικαί Ἐκκλησίαι καίὉμολογίαι εὑρίσκοντο ἐπί μακρόν εἰς ὀξεῖαν ἀντιπαράθεσιν μέ τά δικαιώματα τοῦἀνθρώπου. Μόνον μετά τόν Β’ Παγκόσμιον Πόλεμον ἤλλαξεν ἡ στάσις των. Εἰς τήνὈρθόδοξον Ἐκκλησίαν δέν ὑπάρχει ἑνιαία ἀξιολόγησις τῶν ἀνθρωπίνωνδικαιωμάτων. Μία σχετική συμφωνία συναντᾶται κυρίως εἰς τήν θετικήν προσέγγισιντῶν κοινωνικῶν δικαιωμάτων. Εἶναι βέβαιον ὅτι μία συνολικῶς ἀπορριπτική στάσιςἀπέναντι εἰς τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ θεώρησίς των ὡς ἀμέσου ἀπειλῆς διά τήν ταυτότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, πηγάζουν ἀπό τήν παρανόησιν τόσον τῶνδικαιωμάτων, ὅσον καί τοῦ Ὀρθοδόξου ἤθους. Ἡ θρησκευτική ἐλευθερία κατέχει ἄλλωστε προέχουσαν θέσιν εἰς τόν κατάλογον τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί ὁσεβασμός της εἶναι βασικόν κριτήριον διά τόν χαρακτηρισμόν ἑνός κράτους ὡςκράτους δικαίου. Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, θεωροῦμεν ἀναγκαῖον καί τόνδιαθρησκειακόν διάλογον περί τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖοςἀπελευθερώνει τάς θρησκείας ἀπό τήν ἐσωστρέφειαν καί δίδει τήν εὐκαιρίανἀναδείξεως τῆς σημασίας τῆς πνευματικῆς διαστάσεως διά μίαν βαθυτέρανκατανόησίν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν.
Ἐπιθυμοῦμεν ἐπίσης νά σημειώσωμεν ὅτι ἡ ὑποχώρησις τοῦ θρησκευτικοῦπροσανατολισμοῦ τῆς ζωῆς, ὄχι μόνον δέν προωθεῖ τούς στόχους τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἐπηρεάζει ἀρνητικῶς τόν σεβασμόν των. Μαζί μέ τήν λήθην τῶνπνευματικῶν ἀξιῶν ἐξασθενεῖ καί ἡ αἴσθησις διά τό ἀπαραβίαστον τῆς ἀνθρωπίνηςἀξιοπρεπείας, τά δέ ἀνθρώπινα πράγματα κινδυνεύουν νά μετατραποῦν εἰςσυνονθύλευμα ἀλληλοσυγκρουομένων καί ἀλληλοαναι-ρουμένων ἰδιαιτεροτήτων, εἰς«ἕνα πόλεμον πάντων ἐναντίον πάντων». Μεταφέρομεν καί ἐνώπιόν σας, ἐκλεκτήὁμήγυρις, τήν ἀγωνίαν ἑνός συγχρόνου σπουδαίου στοχαστοῦ καί πολιτικοῦ: «Γνωρίζουμε, τελικά, ἄν τό κοινωνικό κράτος θά ἐπιβιώσει μετά τήν ἀπαξίωση τῆςἀγάπης πρός τόν πλησίον; Δέν θά ἐξαφανιζόταν ἡ ἀλληλεγγύη πρός τόν πλησίον, ἄναὐτός εἶναι ἁπλῶς καί μόνον ὁ ξένος, ὁ ἄλλος, ὁ ἀνταγωνιστής ἤ ἀκόμη καί ὁ ἐχθρός; …Θά ὑπάρχουν δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, σέ μία ἐποχή, κατά τήν ὁποία ἡ ἀνθρωπότητα καί ὁ Δημιουργός της ἐξαφανίζονται ἀπό τό προσκήνιο μέσα σέ μία σύγκρουση πολιτισμῶν;»
Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων,
Ἐκφράζομεν τάς θερμάς εὐχαριστίας ἡμῶν προσωπικῶς καί τῶν μελῶν τῆςτιμίας Συνοδείας μας διά τήν τιμητικήν πρόσκλησιν, τήν ἐγκάρδιον ὑποδοχήν εἰς τόΠαλλάδιον τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καί τήν ἀπονομήν τοῦ Χρυσοῦ Μεταλλίου τῆςΒουλῆς τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἀνωτάτου θεσμοῦ τῆς Δημοκρατίας, τοῦ ὁποίου επαξίως προεδρεύετε. Πολλούς συναδέλφους Σας ἔχομεν καί ἡμεῖς ὑποδεχθῆ εἰς τό σεπτόνΚέντρον τῆς μαρτυρικῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, εἰς τό Φανάριον. Εἶναι δι᾿ ἡμᾶς πηγή ἰδιαιτέρας χαρᾶς καί πολύτιμον δῶρον τό γεγονός ὅτι ἔχομεν διά μίαν ἀκόμη φοράν τήν εὐκαιρίαν συναντήσεως πρόσωπον πρός πρόσωπον. Δεχθεῖτεἐπίσης τήν εὐγνωμοσύνην μας διά τήν εὐγενῆ διαβεβαίωσιν περί τῆς ἀμερίστουστηρίξεως τῶν πρωτοβουλιῶν καί τῶν δράσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Ἐνώπιον τῶν ὑψηλῶν ἐκπροσώπων τῶν Θεσμῶν, τολμῶμεν νά εἴπωμεν ὅτι ἡ δημοκρατική κοινωνία ζῇ ἐπί τῇ βάσει ἀρχῶν, τάς ὁποίας δέν ἔχει δημιουργήσει ἡ ἰδία. Εἰς αὐτάς ἀνήκουν αἱ πνευματικαί ἀξίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπενθυμίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωποςδέν εἶναι μόνον «πολίτης τοῦ κόσμου». Ὀφείλομεν νά συνειδητοποιήσωμεν ὁριστικῶςὅτι δέν ὑπάρχει ἀληθής πρόοδος ἄνευ σεβασμοῦ αὐτῶν τῶν ἀξιῶν. Ἡ ἄποψις ὅτι ἡ ἄνοδος τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου, ἡ ἐπιστημονική γνῶσις καί ὁ ἐκδημοκρατισμός τῶνκοινωνιῶν θά περιθωριοποιήσουν τάς πνευματικάς ἀναζητήσεις, ὑποτιμᾷ τόὑπαρξιακόν βάθος καί τήν σοβαρότητά των.
Περαίνοντες τόν λόγον, ἐπιθυμοῦμεν νά σημειώσωμεν ὅτι τό ΟἰκουμενικόνΠατριαρχεῖον ὑπῆρξε καί παραμένει λάβαρον τῆς παγκοσμιότητος τῆς πίστεως, τοῦἤθους καί τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, ζωτικόν σημεῖον ἀναφορᾶς διά τό Γένος μας καί σύμβολον τῶν περιπετειῶν καί τῶν ἐλπίδων του. Ἐμψυχώνει τήν Ρωμιοσύνην, στηρίζει τήν ὁμογενειακήν παιδείαν, μεριμνᾷ ἀόκνως διά τήν διάσωσιν τῆς πατρῴαςκληρονομίας εἰς τήν Μικράν Ἀσίαν καί τήν Ἀνατολικήν Θρᾴκην, διαποιμαίνειστοργικῶς τά ἀνά τήν ὑφήλιον τέκνα του καί φροντίζει ἐπιμελῶς διά τήνκαλλιέργειαν τῆς Ὀρθοδόξου ταυτότητός των καί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Ἀγωνίζεταιδιά τήν διαφύλαξιν τῆς πανορθοδόξου ἑνότητος, ἡ ὁποία δοκιμάζεται ἐντόνως ἀπόὅσους ἀμφισβητοῦν τήν μακραίωνα δομήν καί τήν κοινωνικήν λειτουργίαν τῆςἘκκλησίας, ἐν ὀνόματι κοσμικῶν σκοπιμοτήτων. Ἄν καί δέν ἀσχολεῖται μέ τήνπολιτικήν ἐν τῇ στενωτέρᾳ ἐννοίᾳ τοῦ ὅρου το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ἡ πνευματική του μαρτυρία ἐγγίζει καί τόν χῶρον τῶν πολιτικῶν πραγμάτων καί τῶνμεγάλων προκλήσεων ἡ ἀντιμετώπισις τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖ κοινήν ὑπευθυνότητα, κοινήν κινητοποίησιν, κοινήν στοχοθεσίαν, σύμπραξιν καί ἀλληλεγγύην.
Προσωπικῶς θεωροῦμεν ὅτι ὁ ὅρος ἀλληλεγγύη ἐκφράζει τήν ὁδόν, τόν τρόπον καί τόν στόχον τῆς πορείας πρός ἕν βιώσιμον μέλλον. Ἡ ἀλληλεγγύη παραπέμπει ἀφ᾿ ἑνός εἰς τήν ἱστορίαν τῶν ἀγώνων διά τήν ἐλευθερίαν καί τήν ἰσότητα καί ἐμπεριέχειτό κοινωνικόν περιεχόμενον καί τήν πολιτικήν αἰχμήν τοῦ ὅρου ἀδελφοσύνη, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ προβάλλει τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου ὡς συγκεκρι-μενοποίησιν τῆςἰδέας τῆς δικαιοσύνης. Ἀναφέρεται ἐπίσης εἰς τήν ἀπροϋπόθετον συμπαράστασιν πρόςτόν συνάνθρωπον, ἀνεξαρτήτως κοινωνικῆς καί πολιτισμικῆς ταυτότητος, ἐν τῇ ἐννοίᾳκαί τῆς ἐτυμολογίας τῆς λέξεως εἰς τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν, τοῦ νά εὑρισκώμεθαδηλαδή ὁ εἷς πλησίον τοῦ ἄλλου, ἐγγύς ἀλλήλων, ἀλληλεγγύη. Ἡ ἀλληλεγγύη εἶναι ἡ ἔλλογος καί πλήρης ἐνσυναισθήσεως ἀνθρωπιά, διασώζει δέ τά χαρακτηριστικά τῆς«ἀρετῆς», ἐν τῇ ἀρχεγόνῳ σημασίᾳ τοῦ ὅρου, ὡς ἀνδρείας καί ἀριστείας, ὡς ἐπιμονῆςκαί ἐμμονῆς εἰς τήν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἀγαθοῦ καί ὡς κοινῆς θυσιαστικῆς διακονίας τῆςἈληθείας, ἡ ὁποία εἶναι πνευματική ρίζα τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας.
Εὐχαριστοῦμεν θερμώς διά τήν προσοχήν σας.



