Ολοκληρώθηκε στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων η επεξεργασία και σε β’ ανάγνωση, του νομοσχεδίου του υπουργείου Πολιτισμού που αφορά, «τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, την προστασία των έργων τέχνης και την αναδιοργάνωση του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων». Υπέρ της αρχής του τάχθηκε η ΝΔ, ενώ από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ΠΑΣΟΚ ΕΛ.ΛΥ, Πλεύση Ελευθερίας επιφυλάχθηκαν για την ολομέλεια. Το ΚΚΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΙΚΗ, δήλωσαν ότι το καταψηφίζουν.
Αύριο αναμένεται η συζήτηση και ψήφιση του από την ολομέλεια.
Στην Επιτροπή είχαν κληθεί να καταθέσουν τις απόψεις τους αρμόδιοι εξωκοινοβουλευτικοί φορείς.
Ειδικότερα:
Ο Ιωάννης Γλέζος, πρόεδρος του ΔΣ του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Μουσικών Πνευματικών Δικαιωμάτων, χαρακτήρισε «εξαιρετικό» το άρθρο 120 με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα στην σύνδικο της πτώχευσης της ΑΕΠΙ να εισπράξει τα τιμολογηθέντα και μη εισπραχθέντα οφειλόμενα ποσά δικαιωμάτων και να τα διανείμει σε όλους τους δικαιούχους αυτών, Ελλήνων και αλλοδαπών, «για πολλούς από τους οποίους αποτελεί το μοναδικό μέσο επιβίωσής τους».
«Πιστεύω ότι είναι ένα άρθρο που λύνει ένα «αγκάθι» που υπήρχε στο σώμα των πνευματικών δικαιωμάτων», σημείωσε.
Ο Χρήστος Ντούρμας, δικηγόρος της GΕΑ, ανέφερε ότι «με τη νέα ρύθμιση αποκαθίσταται η ασφάλεια του δικαίου, ενισχύεται η προβλεψιμότητα των δικαστικών αποφάσεων και διασφαλίζεται η αποτελεσματική προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων, χωρίς να περιορίζονται τα αδικήματα των χρηστών, οι οποίοι εξακολουθούν να έχουν πλήρη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, ως προς τον οριστικό προσδιορισμό της εύλογης αμοιβής».
«Η τροπολογία επιτυγχάνει την αναγκαία ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των δικαιούχων και χρηστών, υπηρετώντας, τόσο την ασφάλεια των συναλλαγών, όσο και την ορθή εφαρμογή του ενωσιακού και εθνικού δικαίου», είπε.
Ο Παναγιώτης Παπαδημητρίου, πρόεδρος του ΔΣ της Ένωσης Τεχνικών Ελληνικού Κινηματογράφου, στάθηκε ιδιαίτερα σε ότι αφορά τη διαδικασία του ΕΚΚΟΜΕΔ: Όπως υποστήριξε, «σήμερα βρισκόμαστε ξεκρέμαστοι. Δεν έχουμε καμία υποστήριξη από το υπουργείο Πολιτισμού, ούτε στο χώρο εργασίας, ούτε στις διεκδικήσεις – και όλη η ιστορία είναι, τι σημαίνει χρηματοδοτούμε κατά το δοκούν, δηλαδή στην τηλεοπτική βιομηχανία, με ό,τι σημαίνει αυτό».
«Εμείς ζητάμε κάποια στιγμή να μπορούμε να μας καλύψει μέσα από τη διαδικασία του ΕΚΚΟΜΕΔ, να μπορούμε να είμαστε διασφαλισμένες στο χώρο εργασίας. Γιατί, είτε είναι δημόσιο, είτε ευρωπαϊκό, μπαίνει σε μια διαδικασία να κάνει μια επένδυση. Η λέξη επένδυση είναι όλο αυτό που συζητάμε αυτή τη στιγμή. Ερχόμαστε και λέμε ότι πρέπει να στηρίξουμε την βιομηχανία της τηλεόρασης, τους εργαζόμενους, εκεί στεκόμαστε εμείς, στη λέξη εργαζόμενοι. Προσπαθούμε χρόνια στο υπουργείο να θεσμοθετηθεί η διαδικασία πως γίνεται το γύρισμα, να μπούμε σε μια άδεια, σε μια διαδικασία να εξειδικεύσει τον κλάδο, να μπορέσουμε να βάλουμε μία αρχή ώστε να μην υπάρχουν αμφισβητήσεις, ούτε από το εξωτερικό, για την ποιότητα των Ελλήνων τεχνικών Προσπαθούσαμε και έχουμε καταφέρει να κάνουμε μια συλλογική σύμβαση μετά από 15 χρόνια. Κάνοντας μια κρούση στη διαδικασία να περάσει στον νόμο το θέμα της συλλογικής σύμβασης. Πριν 1,5 χρόνο πήραμε μια απάντηση, ότι ‘εμείς δεν είμαστε ελεγκτικοί μηχανισμοί, δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε συλλογική σύμβαση όσον αφορά τη διαδικασία του ΕΚΚΟΜΕΔ’. Πρέπει να υπάρχει η ρήτρα που να λέει ότι αν δεν τηρούνται οι συλλογικές συμβάσεις δεν μπορεί να γίνει καμία συμφωνία και δεν μπορεί να αποπληρωθεί τίποτα απολύτως», ανέφερε.
Τη δυσάρεστη έκπληξή του ότι «δεν εξαιρούνται αυτή τη φορά από τα καθεστώτα ενίσχυσης, ψυχαγωγικές εκπομπές, τηλεοπτικές συνεντεύξεις, τηλεπαιχνίδια, διαγωνισμοί γνώσεων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων», εξέφρασε ο Δημήτρης Καμπάς, πρόεδρος της Ένωσης Κινηματογραφιστών Βορείου Ελλάδος. «Να εκφράσω την απορία μου για την απουσία από τη σημερινή διαδικασία των συναδέλφων του ντοκιμαντέρ. Κρίσιμο και ιδιαίτερα ευάλωτο τομέα της παραγωγής και οξύμωρο, γιατί σε λίγους μήνες θα φιλοξενήσουμε και τα εκπληκτικά ευρωπαϊκά βραβεία. Εγείρει δε και σοβαρό ερώτημα συμβατότητας με το άρθρο 54 του κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ενώσεως περί κρατικών ενισχύσεων», σημείωσε.
«Επιλέγουμε να είμαστε Βουλγαρία. Αυτά ήταν τα μοντέλα που μας παρουσίασαν. Αυτό είναι για τον ελληνικό κινηματογράφο. Προφανώς, υπάρχει ανάπτυξη. Το ερώτημα είναι για ποιον;», σημείωσε από την πλευρά του, ο Κωνσταντίνος Σταματόπουλος, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Σκηνοθετών Δημιουργών.
Την ικανοποίηση του για την τροπολογία η οποία, όπως είπε, «βοηθάει τη λειτουργία του Οργανισμού που εκπροσωπεί τους μουσικούς όλου του κόσμου», εξέφρασε ο Δημήτρης Γιαρμενίτης, γενικός διευθυντής της GRAMMO – ΕΡΑΤΩ – ΑΠΟΛΛΩΝ (GΕA.)
Από την πλευρά του, ο Χρήστος Ντουρμάς, δικηγόρος της GΕΑ, ανέφερε ότι «η προτεινόμενη τροπολογία του άρθρου 115, αποτελεί μια ιδιαιτέρως σημαντική και απολύτως αναγκαία νομοθετική παρέμβαση».
«Δεν μεταβάλλει το ουσιαστικό περιεχόμενο της υφιστάμενης διάταξης του ν. 4481/2017, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι χρήστες ή ο Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά την καταβολή της εύλογης αμοιβής. Αντιθέτως, η τροπολογία αυτή, έρχεται να αποσαφηνίσει το αυτονόητο, που είναι ότι η αξίωση της εύλογης αμοιβής γεννάται μόνο μετά τη χρήση. Η διευκρίνιση αυτή, να τονίσουμε ότι εναρμονίζεται πλήρως με την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», πρόσθεσε. Σημείωσε ωστόσο, ότι «αντιθέτως, η παροχή δυνατότητας σε ιδιώτες να ορίσουν εκπρόσωπό τους στην ανωτέρω Επιτροπή, απειλεί να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, αφού συχνά παρατηρούνται ανταγωνισμοί, εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις, ακόμη και τριβές μεταξύ ιδιωτών που δραστηριοποιούνται στον χώρο του πολιτισμού».
Ο Τάσος Καταπόδης, γενικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θεάματος Ακροάματος, εξέφρασε την έντονη ανησυχία και τον προβληματισμό της Ομοσπονδίας για το νομοσχέδιο. Όπως υποστήριξε, «καταρτίστηκε για μια ακόμη φορά χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τους συλλογικούς φορείς των καλλιτεχνών και των εργαζομένων στο χώρο της τέχνης και του πολιτισμού, που διαθέτουν αποδεδειγμένα πολυετή εμπειρία καθώς και σημαντική γνώση των σύγχρονων εξελίξεων, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο».
«Δυστυχώς ενισχύει τη λογική της εμπορευματοποίησης της κινηματογραφικής τέχνης και της οπτικοακουστικής παραγωγής. Αντιμετωπίζει το κινηματογραφικό έργο πρωτίστως, ως επιχειρηματική επένδυση και οικονομικό προϊόν, αντί να αναγνωρίζει τον χαρακτήρα του ως καλλιτεχνική δημιουργία με ουσιαστική κοινωνική πολιτιστική και εκπαιδευτική αξία. Την ίδια στιγμή παραλείπει να θεσπίσει ουσιαστικά κίνητρα για την ανάδειξη και στήριξη νέων δημιουργών. Καμία πρόβλεψη για το σενάριο που αποτελεί το θεμέλιο κάθε κινηματογραφικού έργου. Απουσιάζουν επίσης μέτρα για την ανάδειξη νέων δημιουργικών ταλέντων, τη στήριξη των ανεξάρτητων δημιουργών και την ενδυνάμωση της καλλιτεχνικής παραγωγής, πέρα από τα στενά οικονομικά κριτήρια», είπε.
«Χαιρετίζουμε ως θετική εξέλιξη το πενταετές πρόγραμμα, σαν ένα σταθερό προγραμματισμό σε βάθος πενταετίας καθώς παρέχει την ασφάλεια του δικαίου και είναι και ήταν πάντα πάγιο αίτημα του κλάδου», τόνισε η Αδαμαντία Λιβανού, αντιπρόεδρος του ΔΣ του Συνδέσμου Ανεξάρτητων Παραγωγών Οπτικοακουστικών Έργων. Παράλληλα εξέφρασε προβληματισμό στο θέμα των προεγκρίσεων των επιλεκτικών προγραμμάτων, τα οποία είχαν διάρκεια τρία χρόνια μέχρι την συμβασιοποίηση.
«Πάρα πολλά χρόνια τώρα, το ίδιο ισχύει στο εξωτερικό, το ίδιο ισχύει στην ΕΡΤ, δεν καταλαβαίνουμε γιατί αυτό πρέπει να μειωθεί σε δύο και ένα, και γιατί πρέπει να γίνει ειδική μνεία. Είναι λίγα τα τρία χρόνια για να μπορέσεις να στήσεις μια διεθνή συμπαραγωγή. Το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Eurimages σου δίνει τρία χρόνια. Θα έπρεπε να έχουμε τρία χρόνια για να πάρουμε την πρώτη έγκριση, να ξεκινήσουμε, να μπορέσουμε να στήσουμε μια παραγωγή. Είναι πολύ σημαντικό», ανέφερε.
Ο Αλέξανδρος Νικολούζος, νομικός σύμβουλος της ΣΑΠΟΕ, υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι για δύο σημεία στο νομοσχέδιο τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας. Όπως είπε, «είναι κομβικό πριν την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων και των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου, να υπάρχει στάδιο διαβούλευσης με τα αντιπροσωπευτικά σωματεία του κλάδου», καθώς «η τεχνογνωσία τους είναι ανεκτίμητη, και η διαβούλευση και η διαδικασία η οποία ακούγεται, συμβάλλει στη νομιμοποίηση των αποφάσεων», ανέφερε. Παράλληλα εξέφρασε τον προβληματισμό του «γιατί έχει διαγραφεί η υπαγωγή στο δύσκολο οπτικοακουστικό έργο και των περιορισμένων δυνατοτήτων εμπορικής εκμετάλλευσης ενός έργου», ζητώντας να επανέλθει, καθώς όπως είπε «δίνει μια ευελιξία στον οργανισμό». Κομβικό σημείο χαρακτήρισε επίσης, τη δυνατότητα ανάκλησης αίτησης υπαγωγής εκ των υστέρων, σημειώνοντας ότι «επειδή θίγονται, παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως λέει μια διάταξη, μπορεί να κριθεί, ότι το έργο υποκίνει σε βία».
«Είναι προβληματικό. Θα οδηγήσει στην άσκηση πιέσεων προς το υπουργείο, προς τον φορέα τον ΕΚΚΟΜΕΔ, προκειμένου να ανακαλούνται υπαγωγές που δεν αρέσουν σε ομάδες, γιατί τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πολύ ευρεία έννοια όπως καταλαβαίνετε. Ακόμη και το δικαίωμα στην τιμή και την υπόληψη θα πει κάποιος, είναι προφανώς συνταγματικό δικαίωμα κάθε πολίτη» ανέφερε.
Την ικανοποίησή του για την δημιουργία Κεντρικής Επιτροπής Αξιολόγησης, «διότι φεύγει η αρμοδιότητα από το διοικητικό συμβούλιο και πάει σε μια ανεξάρτητη, λειτουργικά επιτροπή, που έχει τρεις κινηματογραφιστές και δύο γενικούς διευθυντές του ΕΚΚΟΜΕΔ», εξέφρασε ο Λεωνίδας Χριστόπουλος, διευθύνων σύμβουλος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας.
Την αντίθεσή του στο νομοσχέδιο εξέφρασε ο Ιωάννης Καρλιαμπάς, πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, τονίζοντας ότι «αντιμετωπίζει την πολιτιστική κληρονομιά ως έννοια στατική και μονοδιάστατη, υποβαθμίζει τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία, αποστερεί το ιστορικό και κοινωνικό τους πλαίσιο και τα καθιστά ένα κενό περιεχομένου γραφικό σκηνικό, κατάλληλο μόνο για περιορισμένη τουριστική αξιοποίηση και πρόσκαιρη αποκόμιση κέρδους».
«Πιστεύουμε, ότι δεν μπορεί να επιτελέσει ούτε αυτόν τον στόχο που είναι ο κυρίαρχος της αύξησης των εσόδων μέσα σε μια λογική αειφορίας», πρόσθεσε.
«Ένα θεσμικό βήμα για την ολοκληρωμένη διαχείριση της ενάλιας πολιτιστικής κληρονομιάς», χαρακτήρισε ο Κίμων Παπαδημητρίου, μέλος του εργαστηριακού διδακτικού προσωπικού του τμήματος Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την πρόβλεψη για την ίδρυση ενός ενιαίου φορέα διαχείρισης των επισκέψιμων χώρων με τη μορφή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου που υπάγεται στο υπουργείο Πολιτισμού, επισημαίνοντας ότι «κινείται στη σωστή κατεύθυνση».
«Η Ελλάδα διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να αναδείξει ένα τέτοιο πρότυπο Εθνικό Σύστημα Διαχείρισης των επισκέψιμων χώρων και το ζητούμενο πλέον είναι η θεσμική βούληση να μετουσιωθεί σε μια σταθερή και επαρκώς στελεχωμένη και επιστημονικά καθοδηγούμενη λειτουργία του νέου φορέα», είπε.
Ο Δημήτρης Κουρκουμέλης- Ροδόσταμος, αναπληρωτής προϊστάμενος της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού, έκανε λόγο «για αναγκαιότητα στο να αποδοθούν ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι στο καταδυτικό και μη κοινό», σημειώνοντας ότι «αποτελεί διεθνή προσδοκία, την οποία θα κληθεί, ο φορέας, συνεπικουρούμενος από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, να διαχειριστεί».
«Σε όλους τους άλλους τους τομείς, διοικητικούς, επιστημονικούς, ερευνητικούς, είναι προφανές, ότι η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, παραμένει η αρμόδια υπηρεσία, ειδική περιφερειακή υπηρεσία του υπουργείου Πολιτισμού. Ο φορέας, σε καμία περίπτωση δεν αντικαθιστά -και δεν μπορεί θεσμικά- να υποκαταστήσει την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων. Ο φορέας θα κληθεί να διαχειριστεί τους ΕΑΧ, ναυάγια, παράκτιους χώρους ή σύγχρονα ναυάγια, τους οποίους θα έχει διερευνήσει και συμφωνήσει ως προς τη δημιουργία τους η Εφορεία Εναλίων αρχαιοτήτων. Δίνεται, δυστυχώς, η εντύπωση, ότι ο Φορέας Διαχείρισης επί της ουσίας καταργεί μια υπηρεσία του υπουργείου Πολιτισμού και δη την υπηρεσίας της οποίας προΐσταμαι. Εάν κάποιος διαβάσει το σχέδιο νόμου για τον φορέα, νομίζω ότι θα αντιληφθεί πως ο φορέας προβλέπεται να λειτουργήσει επικουρικά και υποστηρικτικά προς την Εφορεία Εναλίων και όχι ανταγωνιστικά», τόνισε.
Η Αγγελική Μαραγκάκη, διευθύντρια Ανάπτυξης και Προβολής του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων, χαρακτήρισε «την σύσταση της Ανώνυμης Εταιρείας, θεσμική συνέχεια και όχι μια αιφνίδια μεταβολή του υφιστάμενου μοντέλου»: «Είναι η εφαρμογή της δυνατότητας που ο ίδιος ο νομοθέτης είχε προβλέψει από το 2020. Η νέα εταιρεία θα διαθέτει την απαιτούμενη ευελιξία και επιχειρησιακή δυνατότητα για τον άρτιο σχεδιασμό και την ταχύτερη υλοποίηση προγραμμάτων ανάπτυξης, πωλητηρίων, αναψυκτήριων, εργαστηρίων παραγωγής ακριβών αντιγράφων, πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, που θα εγκρίνονται από το υπουργείο Πολιτισμού και τον ΟΔΑΠ», επεσήμανε και πρόσθεσε: «Αναλαμβάνει την περαιτέρω ανάπτυξη των ψηφιακών υπηρεσιών προς τον επισκέπτη και της πύλης Hellenic Heritage, του εμβληματικού έργου που υλοποίησε ο ΟΔΑΠ με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ενός έργου που άλλαξε πραγματικά το τρόπο με τον οποίο συστήνονται τα μνημεία μας και προβάλλονται στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Με το νομοσχέδιο, διασφαλίζεται πλήρως ο δημόσιος χαρακτήρας του εγχειρήματος. Ο ΟΔΑΠ διατηρεί τον στρατηγικό και εποπτικό του ρόλο, όπως και τα έσοδα, τα οποία επανεπενδύονται όπως και τώρα στην πολιτιστική κληρονομιά. Η εταιρεία αναλαμβάνει την επιχειρησιακή αναπτυξιακή λειτουργία υπό την εποπτεία του υπουργείου Πολιτισμού και του Οργανισμού. Αυτό ακριβώς, λοιπόν, έρχεται να υπηρετήσει. Τη μετάβαση από τη διοικητική διαχείριση σε μια οργανωμένη, εξωστρεφή διαχείριση και βιώσιμη ανάπτυξη. Με τη δημιουργία πόρων θα επανεπενδύονται συστηματικά στην ίδια την πολιτιστική κληρονομιά, διαχείριση η οποία θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μιας ιδιαίτερα ανταγωνιστικής διεθνούς αγοράς, πάντοτε όμως υπό την αυστηρή δημόσια εποπτεία και προς όφελος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς».
Ο Ιωάννης Τσακοπιάκος, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων του υπουργείου Πολιτισμού, τάχθηκε υπέρ της νέας ρύθμισης για την σύσταση της Ανώνυμης Εταιρίας, σημειώνοντας ότι «η εταιρεία και το ΔΣ είναι εταιρεία του Δημοσίου που θα λειτουργεί με τους κανόνες του δημοσίου».
«Είμαστε βέβαιοι ότι, όπως έχει συμβεί και με τα ΝΠΔΔ που γίνανε τα πέντε μουσεία, και αυτοί οι οποίοι τα πολεμούσαν και σήμερα είναι στις θέσεις κλειδιά – διότι πείστηκαν από το εγχείρημα και είναι διευθυντές, τμηματάρχες – έτσι θα συμβεί και με αυτήν την εταιρεία. Οι εργαζόμενοι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θα ζητάνε να βρεθούν στις τάξεις αυτής της εταιρείας, αυτού του στόχου που θα επιτευχθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όσο η υπουργός Πολιτισμού το βάζει σαν στόχο, το παλεύει, δουλεύει 24 ώρες για να το πετύχει», τόνισε χαρακτηριστικά.
Η Μαρία- Δάφνη Παπαδοπούλου, αναπληρώτρια διευθύντρια του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΟΠΙ) ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «η δυνατότητα σύναψης συμφωνίας οποτεδήποτε, καθώς και η πρόσβαση στη δικαιοσύνη, καλύπτουν επαρκώς την ανησυχία ορισμένων Οργανισμών για την ετήσια διοικητική διαδικασία, που στην πράξη οδηγούσε σε ουσιαστική αναθεώρηση του κόστους».
Η Μάχη Νικολάρα, πρόεδρος του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης «ΞΕΝΟΦΩΝ» (ΟΣΔ) ανέφερε ότι «η μεταβατική διάταξη του άρθρου 117, ερμηνεύεται πολύ περιοριστικά, συγκεκριμένα για τους δημοσιογράφους», και πρόσθεσε ότι η «οπτικοακουστική παραγωγή στην Ελλάδα και οπουδήποτε στον κόσμο, δεν είναι μόνο μυθοπλασία, ταινίες, σειρές, είναι και ενημερωτική παραγωγή».
Η Ασημίνα Προέδρου, αντιπρόεδρος του ΔΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, υποστήριξε ότι «η σύσταση της Επιτροπής θα δημιουργήσει ένα σημαντικό αναπτυξιακό πόρο χωρίς καμία επιβάρυνση για τον κρατικό Προϋπολογισμό». Πρόσθεσε δε, ότι «πρέπει τουλάχιστον να συγκροτείται κατά πλειοψηφία από πρόσωπα τα οποία θα είναι ανεξάρτητα, τόσο από το υπουργείο, όσο και από τον ΕΚΚΟΜΕΔ».
«Προτείναμε λοιπόν στη λογική αυτή, να αποτελείται και από τρεις καταξιωμένους επαγγελματίες του κινηματογράφου, που θα υποδεικνύονται από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου με ανανεωμένη σύνθεση, στη λογική ότι το μέτρο αυτό ενισχύει τη διαφάνεια. Ταυτόχρονα, επιτρέπει την αναγκαία ευελιξία ώστε να υποστηριχθούν έργα με ιδιαίτερη καλλιτεχνική ή παραγωγική δυναμική. Σε σχέση λοιπόν με την επιτροπή, θεωρούμε ότι θα πρέπει να είναι αρμόδια για την κατανομή των ποσών και να αξιολογεί μόνο τα σχέδια που βρίσκονται σε οριακή βαθμολογική θέση.
Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ο θεσμός των εξωτερικών αναγνωστών, των readers δηλαδή, που αποτελούν την καρδιά της διαδικασίας αξιολόγησης και γι’ αυτό ο ρόλος, οι αρμοδιότητες και οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας τους, πρέπει να οριστούν με σαφήνεια στο ίδιο το νομοσχέδιο», υποστήριξε.
