Βουλή-Κυριάκος Μητσοτάκης: Η Ελλάδα έχει ανάγκη για ένα νέο Σύνταγμα που να συμβαδίζει με την εποχή

by Expertnews.gr

«Προσέρχομαι σε αυτή την κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία με αίσθημα ευθύνης γιατί η Ελλάδα έχει πράγματι ανάγκη νέο Σύνταγμα που να συμβαδίζει με την εποχή μας», ανέφερε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του στη Βουλή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.

Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι η συζήτηση συμπίπτει με την 52η επέτειο της επιστροφής της Δημοκρατίας στη γενέτειρά της.

Αναλυτικά, η ομιλία  του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή, στο πλαίσιο της συζήτησης επί της πρότασης για αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, προσέρχομαι σε αυτή την κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία με αίσθημα ευθύνης, γιατί η Ελλάδα έχει πράγματι ανάγκη ένα νέο Σύνταγμα το οποίο να συμβαδίζει με την εποχή μας.

Και γιατί οι σχετικές προτάσεις της παράταξής μας, της Νέας Δημοκρατίας, θεωρώ ότι οδηγούν σε ένα κράτος ευρωπαϊκό, σύγχρονο, θεσμικά θωρακισμένο, λειτουργικά πολύ πιο αποτελεσματικό, μακριά από παλιές παθογένειες και ανοιχτό πάντα σε μεταρρυθμίσεις υπέρ των Ελλήνων πολιτών.

Πρόκειται, μάλιστα, και για μια άκρως συμβολική συγκυρία, καθώς η συζήτηση αυτή διεξάγεται και συμπίπτει με την 52η επέτειο της επιστροφής της δημοκρατίας στη γενέτειρά της. Είναι μια ευκαιρία να τιμήσουμε όσους αντιστάθηκαν στη χούντα και όσους οικοδόμησαν στη συνέχεια τον νέο κοινοβουλευτισμό.

Αυτό πιστεύω ότι μπορούμε να το κάνουμε ενδυναμώνοντας το πολίτευμα και δίνοντας μια νέα πνοή στη δημόσια ζωή, μετατρέποντας έτσι την πολύπλευρη εμπειρία της μεταπολίτευσης από μνήμη σε κινητήρια δύναμη της χώρας.

Και επιτρέψτε μου, καταρχάς, να σας συγχαρώ, κα Δούρου, για την εκλογή σας ως επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά να εκφράσω την απορία μου για το γεγονός ότι υπάρχουν κόμματα σήμερα, κοινοβουλευτικά κόμματα, τα οποία για λόγους τους οποίους πραγματικά δεν αντιλαμβάνομαι, αρνούνται να προσέλθουν στην ετήσια δεξίωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπου όλοι μαζί τιμούμε αυτούς οι οποίοι αγωνίστηκαν για να επανέλθει η Δημοκρατία.

Θεωρώ ότι κάνετε λάθος, κα Δούρου, και νομίζω ότι έχετε ακόμα χρόνο, είστε και νεοεκλεγείσα, να αναθεωρήσετε την άποψή σας. Όταν συγκυβερνούσατε με τον κ. Καμμένο συμμετείχατε κανονικά σε αυτή τη γιορτή της δημοκρατίας και καλά κάνατε. Τώρα ανακαλύψατε ξαφνικά ότι έχουν «παρεισφρήσει» δήθεν ακροδεξιά στοιχεία σε αυτή τη δεξίωση; Θεωρώ ότι κάνετε σφάλμα.

Από την άποψη αυτή θα έλεγα, για να επανέλθω στο αντικείμενο της συζήτησης, υψώνεται μπροστά μας μια πρόκληση και για τη δική μας κοινοβουλευτική γενιά: σχεδόν 50 χρόνια από το πρώτο μεταδικτατορικό Σύνταγμα, το οποίο θεμελίωσε ο ιδρυτής της παράταξής μας, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, εμείς να δώσουμε μία ώθηση, τη δική μας ώθηση, στις βασικές καταβολές του.

Γι’ αυτό και εξαρχής υποστήριξα την ευρεία διαβούλευση, ώστε να υπάρξουν συνθέσεις γύρω από τους κορυφαίους κανόνες που θα διέπουν από εδώ και στο εξής την πολιτική ζωή, την ίδια τη λειτουργία του κράτους, της πολιτείας.

Δεν μπορώ ωστόσο να ισχυριστώ, δυστυχώς, το ίδιο για την αντιπολίτευση, η οποία έδειξε ότι αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Από τη μία πλευρά, τα ακραία κόμματα αρκέστηκαν σε μία τυφλή άρνηση, που αντλούν από το αντικυβερνητικό τους μένος, ενώ το δήθεν υπεύθυνο ΠΑΣΟΚ, κ. Ανδρουλάκη, δηλώνει ένα αμήχανο «παρών», το οποίο ουσιαστικά ισοδυναμεί με «απών», μία στάση που θέτει ευθέως τους κομματικούς υπολογισμούς πάνω από το πνεύμα, αλλά τολμώ να πω και πάνω από το γράμμα του καταστατικού κειμένου.
.
Επιμένω σε αυτό, κ. Ανδρουλάκη, διότι, όπως ξέρετε, είναι το ίδιο το Σύνταγμα, ένα αυστηρό Σύνταγμα και δύσκολο στην αναθεώρησή του, το οποίο αναζητά από όλους μας ευρύτερες συναινέσεις, είτε στην προτείνουσα, είτε στην αναθεωρητική Βουλή, αφήνοντας τις τελικές αλλαγές στην κρίση της κάλπης που μεσολαβεί.

Αλλά θέλω να κάνω μια αναφορά σε κάτι το οποίο είπε και ο Υπουργός Εξωτερικών, με την ακαδημαϊκή του ιδιότητα, υπενθυμίζοντάς μας την πρόσφατη συνταγματική ιστορία αυτού του τόπου: η επιτυχία κάθε Συνταγματικής Αναθεώρησης δεν καθορίζεται τόσο από την πρόταση της πλειοψηφίας, όσο από τη στάση της μειοψηφίας και κατεξοχήν της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Θυμάμαι κάποιοι από εσάς, λίγοι, ήσασταν στη Βουλή του 2001, 2002. Ενθυμούνται αυτοί οι οποίοι συμμετείχαν, αλλά και εμείς θυμόμαστε, ότι σε εκείνη τη Βουλή η Νέα Δημοκρατία, ως αξιωματική αντιπολίτευση, κ. Ανδρουλάκη, είχε συμμετάσχει ενεργά στη συζήτηση και είχε υπερψηφίσει μια σειρά από άρθρα. Διαμορφώνοντας έτσι ένα πεδίο πραγματικής συναίνεσης και πραγματικής σύνθεσης, με διάθεση τα δύο μεγάλα κόμματα να αντιμετωπίσουν από κοινού αυτή την πολύ μεγάλη πρόκληση.

Όποιος, λοιπόν, σήμερα διατείνεται ότι τάχα δίνει «λευκή επιταγή», ουσιαστικά περιφρονεί τη λαϊκή επιλογή. Και βέβαια, αποσιωπά ότι οι συσχετισμοί στο τρέχον κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο πιθανώς να αποτρέψουν αύριο να υλοποιηθούν τομές που και εσείς οι ίδιοι αναγνωρίζετε ότι είναι απαραίτητες.

Δυσκολεύομαι πραγματικά να αντιληφθώ, κ. Ανδρουλάκη, παρά το γεγονός ότι φαίνεται να συμφωνούμε στον πυρήνα της αλλαγής σε αρκετά άρθρα, τουλάχιστον 15, γιατί επιμένετε σε αυτή τη στάση, η οποία -τονίζω- παραβιάζει και το πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος.

Ύστερα από 52 χρόνια δημοκρατικής ζωής, δεν είναι δυνατόν να έχουμε κόμματα τα οποία να συμφωνούν επί της ουσίας με πολλές κυβερνητικές προτάσεις, αλλά να τις υπονομεύουν μόνο και μόνο επειδή τις επεξεργάστηκε η πλειοψηφία.

Αυτή είναι μια στάση βαθιά αντιθεσμική. Είναι δηλωτική μιας πολιτικής ανεπάρκειας. Και βέβαια, νομίζω ότι είναι και αποκαλυπτική γύρω από το ποια δύναμη μπορεί να διαμορφώσει τις εξελίξεις και ποιοι τελικά επιμένουν να παραμένουν σε ρόλο παθητικού παρατηρητή.

Σε όλα αυτά, πάντως, η παράταξή μας αντιπαραθέτει μια καλά μελετημένη εισήγηση αναθεώρησης 33 άρθρων και διατάξεων, επιμένοντας μέχρι και σήμερα, επιμένοντας στις συνθέσεις.

Θέλω να ευχαριστήσω τον εισηγητή της κυβερνητικής πλειοψηφίας, τον Ευριπίδη Στυλιανίδη, τον Πρόεδρο της αρμόδιας Επιτροπής, τον Μάκη Βορίδη, όλους τους Βουλευτές οι οποίοι συμμετείχαν με όρεξη και με διάθεση σε αυτή τη διαδικασία, όπως και το Προεδρείο, το διακομματικό Προεδρείο, γιατί πράγματι η εικόνα που αποκόμισα από τη συμμετοχή των βουλευτών της αντιπολίτευσης στην Επιτροπή είναι αναντίστοιχη της στάσης που εσείς κρατάτε στην Ολομέλεια.

Θεωρώ ότι οι Βουλευτές της αντιπολίτευσης προσήλθαν με διάθεση να καταθέσουν προτάσεις. Όταν ήρθε όμως η ώρα της ψηφοφορίας, φαίνεται να επικράτησαν οι γνωστές κομματικές προτεραιότητες.

Έρχομαι τώρα στο δια ταύτα. Το Σύνταγμα του 1975 όντως έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτικό. Μετά τη δικτατορία «στερέωσε» τον κοινοβουλευτισμό, ενώ πρόσφατα μας πέρασε μέσα από τις συμπληγάδες μιας οικονομικής κρίσης, μιας πανδημίας. Αναντίρρητα, το 1975 το Σύνταγμα αυτό υπήρξε και καινοτόμο, υπήρξε και διορατικό.

Σήμερα, όμως καλείται να συμβαδίσει με τις προτεραιότητες της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα: να καλύψει κενά, να επικαιροποιήσει πλευρές του, πολύ περισσότερο όταν ουσιαστικά συνεχώς, κάθε μέρα, συμπληρώνεται και από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Δυστυχώς, όπως είπα, και στις απόπειρες του 2008, ακόμα και το 2019 και παρά τις σημαντικές αλλαγές οι οποίες προχώρησαν, δεν υπήρξαν τελικά οι αναγκαίες συναινέσεις σε μία σειρά από πεδία.

Η χώρα έχασε έτσι πολύτιμο χρόνο, έχασε και μεγάλες ευκαιρίες. Μιλώ για παράδειγμα για την άρση της παντελώς αναχρονιστικής και μοναδικής στα παγκόσμια δεδομένα, απαγόρευσης λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων.

Θυμάμαι καλά το 2008, κ. Ανδρουλάκη, όταν το κόμμα σας, τότε με Πρόεδρο τον Γιώργο Παπανδρέου, άλλαξε στάση την τελευταία στιγμή, υποκύπτοντας ενδεχομένως σε εσωκομματικές πιέσεις και υπολογισμούς και θεωρώ πηγαίνοντας και αντίθετα στο τι πίστευε τότε ο αρχηγός σας. Επιλέξατε να κάνετε μία στροφή.

Χάσαμε ουσιαστικά 20 χρόνια και έχει έρθει η ώρα επιτέλους να μπορέσουμε να εναρμονίσουμε το Σύνταγμά μας με μία νέα πραγματικότητα.

Έχει έρθει η ώρα να συζητήσουμε σοβαρά αν θέλουμε να υπάρχει κάποιου είδους προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας για τα νομοσχέδια τα οποία ψηφίζουμε, ώστε να μην βρισκόμαστε στην προβληματική θέση το Συμβούλιο της Επικρατείας να ανατρέπει νομοθετήματα τα οποία μπορεί να έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή εδώ και μία δεκαετία. Έγινε πρόσφατα αυτό με τον Νέο Οικοδομικό Κανονισμό.

Να συζητήσουμε εάν πρέπει ή εάν δεν πρέπει να υπάρχουν κανόνες για τα δημοψηφίσματα, για να αποφύγουμε τον τραγέλαφο του δημοψηφίσματος του Ιουλίου του 2015.

Να συζητήσουμε αν πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους θεσμική εγγύηση για τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας, ώστε να μην ξαναφτάσουμε ποτέ, παρά την όποια βούληση της όποιας κυβέρνησης, στον γκρεμό, στο χείλος του γκρεμού, της χρεοκοπίας.

Να δούμε αν πρέπει πραγματικά να κατοχυρώσουμε συνταγματικά την προστασία του πολίτη από την αναδρομή επιβολή φόρων. Εάν πρέπει να κατοχυρώσουμε στο Σύνταγμα την προσιτή στέγη. Όλα αυτά η αριστερά δεν τα ψηφίζει, διότι θα γράψει τελικά αυτή η ψηφοφορία ποιος ψήφισε τι.

Και κάποια στιγμή, όταν θα έρθει ο ιστορικός του μέλλοντος, θα αναλογιστεί γιατί, παραδείγματος χάρη, η αριστερά αρνείται να ψηφίσει μια διάταξη προστασίας της προσιτής στέγης ή γιατί η «πατριωτική δεξιά» αρνείται να ψηφίσει τη συνταγματική προστασία της γλώσσας και της ελληνικής σημαίας.

Να μπορέσουμε, επιτέλους, να κατοχυρώσουμε στο Σύνταγμα τη σύνδεση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων με την έννοια της αξιολόγησης, σε μια σχέση αμφίδρομη μεταξύ υφισταμένων και προϊσταμένων, με έναν και μοναδικό στόχο: την εξυπηρέτηση του πολίτη.

Να κατοχυρώσουμε στο Σύνταγμα την ανάγκη να υπάρχει μέριμνα για την άμυνα απέναντι στην κλιματική αλλαγή. Να κατοχυρώσουμε στο Σύνταγμα ένα πιο αυστηρό πλαίσιο για τη διαχείριση των νερών, για την πρόοδο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Να μιλήσουμε και να προβλέψουμε στο Σύνταγμα -έχει αναφερθεί εκτενώς σε αυτό το σχετικό άρθρο ο εισηγητής μας, ο Ευριπίδης Στυλιανίδης, για το πώς θα επεξεργαστούμε την τεράστια πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης. Για τα δικαιώματα των πολιτών απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη, για τις ευκαιρίες που παρέχει, αλλά και για τις προκλήσεις τις οποίες πρέπει να διαχειριστούμε. Όχι με τρόπο περιοριστικό, αλλά με αρκετή ευκρίνεια, ώστε να γνωρίζουμε ότι στο μέλλον η διάσταση αυτή πρέπει να αντιμετωπίζεται και από τον συνταγματικό νομοθέτη.

Είναι, δυστυχώς, ζητήματα για τα οποία μόνο η παράταξή μας μιλάει. Δεν άκουσα τα υπόλοιπα κόμματα να αναπτύσσουν μια εκτενή επιχειρηματολογία για τα θέματα αυτά.

Η κατάργηση της προσχηματικής επίκλησης εθνικού θέματος για την προκήρυξη εκλογών. Να μπορεί η ίδια η Βουλή να διαλύεται. Η αξίωση, το εκλογικό σύστημα να διασφαλίζει όχι μόνο την αντιπροσωπευτικότητα, αλλά και την κυβερνησιμότητα της χώρας.

Τη συνταγματική πρόβλεψη ο κυβερνητικός σχεδιασμός να εγκρίνεται υποχρεωτικά από το Υπουργικό Συμβούλιο και να δημοσιοποιείται κάθε χρόνο, ώστε να τον ελέγχουν οι πολίτες. Είναι κάτι το οποίο προβλέπεται αυτή τη στιγμή στο νόμο του επιτελικού κράτους, θεωρούμε ότι πρέπει να αποκτήσει και μία συνταγματική κάλυψη αυτή η νομοθεσία.

Και, με βάση τα παραπάνω, αναρωτιέμαι και πάλι: ποιος θα διαφωνούσε και γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε πράξη, από κοινού, τουλάχιστον κάποιες από αυτές τις θέσεις.

Όπως αναρωτιέμαι βέβαια και πώς κάποια κόμματα τα οποία αδυνατούν να αντιληφθούν τα βασικά, υποστηρίζουν ότι έχουν και την ικανότητα να διαχειριστούν τα σύνθετα προβλήματα της διακυβέρνησης.

Στον λίγο χρόνο που έχω, κ. Πρόεδρε, παρά τις επίμονες προσπάθειες της κας Κωνσταντοπούλου, που βρίσκεται σε κάποιο οίστρο, μάλλον είναι η ημέρα που γιορτάζουμε τη Δημοκρατία, την αποκατάσταση της Δημοκρατίας σήμερα, που είστε τόσο υπερδραστήρια, κα Κωνσταντοπούλου.

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Δεν πειράζει. Αντιμετωπίστε την κα Κωνσταντοπούλου με την κατανόηση που της αρμόζει, σας παρακαλώ.

Επιτρέψτε μου να σταθώ σύντομα σε τρεις θεσμικές τομές, που η Νέα Δημοκρατία προτείνει.

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Όλοι κατάλαβαν, κυρία μου, τι εννοώ, όλοι κατάλαβαν τι εννοώ. Όλη η αίθουσα έχει καταλάβει πια, όλη η αίθουσα έχει καταλάβει.

(Ομιλίες εκτός μικροφώνου)

Κύριε Πρόεδρε, όπως καταλαβαίνετε είναι λίγο δύσκολο να μιλάμε σε αυτές τις συνθήκες, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν θα σας κάνω το χατίρι, κα Κωνσταντοπούλου, θα συνεχίσω χωρίς να επιτρέψω άλλη διακοπή.

Επέκταση της επιστολικής ψήφου στις εθνικές εκλογές και για τους εντός επικρατείας ψηφοφόρους. Μία σημαντική πρωτοβουλία -φαντάζομαι συμφωνείτε, κ. Ανδρουλάκη- για να αντιμετωπιστεί όσο το δυνατόν η απειλή της αποχής και της αδράνειας.

Δεύτερο και πολύ σημαντικό. Έχει γίνει πολλή συζήτηση σε αυτή την αίθουσα για τη θεσμική θωράκιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, του αυτοδιοίκητού της απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση.

Έχουμε ήδη νομοθετήσει σε αυτή την κατεύθυνση, η κυβέρνηση να λαμβάνει υπόψιν τη γνώμη η οποία εκφράζεται δια της ψήφου της Ολομέλειας των δικαστηρίων για την επιλογή της ηγεσίας τους. Μάλιστα στις τελευταίες επιλογές η κυβέρνηση έχει ουσιαστικά σεβαστεί την άποψη των δικαστών.

Προτείνουμε τη θεσμική κατοχύρωση αυτής της πολιτικής, με την κυβέρνηση υποχρεωτικά να επιλέγει μεταξύ τριών υποψηφίων που οι ίδιοι οι δικαστές θα επιλέγουν για την ηγεσία της Δικαιοσύνης.

Και νομίζω ότι αυτή είναι μία διαδικασία που σωστά θα πρέπει να ισχύει και για τις Ανεξάρτητες Αρχές.

Είναι πρωτοβουλίες που κόβουν τις «γέφυρες» ανάμεσα στη δικαστική και στην εκτελεστική εξουσία, με στόχο την ανάκτηση της εμπιστοσύνης και από τις δύο.

Κλείνω με ένα ζήτημα το οποίο μας απασχολεί διαχρονικά σε αυτή την αίθουσα -με απασχόλησε και εμένα ως νέο Βουλευτή το 2006. Αναφέρομαι στην αλλαγή του άρθρου 86, περί ευθύνης Υπουργών.

Θέλω να θυμίσω ότι τότε ήμουν νέος Βουλευτής και είχα συμμετάσχει με μεγάλο ενθουσιασμό στην τότε διαδικασία της Αναθεώρησης του Συντάγματος. Το θεώρησα μεγάλη μου τιμή να συμμετέχω στην αρμόδια Επιτροπή.

Τότε η Νέα Δημοκρατία δεν είχε προτείνει το άρθρο 86 προς αναθεώρηση. Δεν είχαμε μαζέψει τότε τις 50 υπογραφές. Είχα στείλει τότε μια επιστολή σε συναδέλφους Βουλευτές ζητώντας να κρίνουμε αναθεωρητέο το άρθρο 86, και ως προς τη σύντομη παραγραφή -κάτι το οποίο διορθώθηκε στη συνέχεια, πάλι από τη Νέα Δημοκρατία-, αλλά και ως προς τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίον αντιλαμβανόμουν τότε τον ρόλο της Βουλής σε όλη αυτή τη διαδικασία.

Από αυτούς που υπέγραψαν τη σχετική αυτή πρόταση εγώ έχω την τιμή να είμαι Πρωθυπουργός, ο Κώστας Τασούλας είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας, την καταθέτω στα πρακτικά, έχει νομίζω τη δική της ιστορική αξία.

Αλλά νομίζω ότι υπάρχει μία συμφωνία σε αυτή την αίθουσα, ότι δεν μπορούμε να μετατρεπόμαστε εμείς, ως Βουλευτές, σε Εισαγγελείς, ότι υπάρχει ένα βασικό δομικό πρόβλημα με την έννοια του αμελλητί και ότι πρέπει ουσιαστικά αυτή η αρμοδιότητα να περιέλθει και πάλι στην ίδια τη Δικαιοσύνη.

Εκεί θα μπορούσαμε να συζητήσουμε και διαφορετικές επιλογές: εάν την προκαταρκτική έρευνα θα τη διενεργεί ένας Εισαγγελέας Εφετών, εάν η πρόταση της άσκησης δίωξης θα γίνει από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενδεχομένως από ένα μεικτό όργανο με τη συμμετοχή δικαστών.

Η Βουλή, όμως, πρέπει να περιορίζεται μόνο στην τελική απόφαση της άσκησης δίωξης ενός πολιτικού, με ονομαστική ψηφοφορία.

Και επειδή άκουσα τον προβληματισμό του κ. Αυλωνίτη, ο οποίος προηγήθηκε στο βήμα, «μα καλά, η τελική απόφαση πρέπει ή δεν πρέπει να ανήκει στο κοινοβούλιο;». Νομίζω ότι θα είναι πάρα πολύ δύσκολο για μια πλειοψηφία του κοινοβουλίου, σε περίπτωση που ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει εισηγηθεί δίωξη, να μην συμφωνήσει τελικά με αυτή την πρόταση.

Και νομίζω ότι όλοι αντιλαμβάνεστε γιατί πιστεύω ότι αυτή η πρόταση είναι ισορροπημένη και νομίζω και ευθυγραμμισμένη με το τι ισχύει και σε άλλα ευρωπαϊκά Συντάγματα.

Κύριε Πρόεδρε, κύριες και κύριοι συνάδελφοι, δεν έχουμε περισσότερο χρόνο να τοποθετηθούμε για τα θέματα αυτά. Να κλείσω επισημαίνοντας απλά ότι θέλω να πιστεύω πως όλες οι θέσεις των κομμάτων σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος έχουν ήδη γίνει σαφείς στη μεγάλη και εκτενή συζήτηση που προηγήθηκε.

Νομίζω ότι σαφής έχει γίνει και η πολιτική λογική που τις πλαισιώνει, όπως βέβαια και η διάθεση συνεννόησης, που νομίζω ότι υπήρξε κάτι παραπάνω από προφανής από τη δική μας πλευρά.

Το βάρος της ευθύνης, συνεπώς, καθώς θα ακολουθήσει και τη Δευτέρα ονομαστική ψηφοφορία, περνά τώρα στον κάθε Βουλευτή ξεχωριστά. Θα επαναλάβω απλά ότι σήμερα έχουμε τη δυνατότητα να απαντήσουμε ταυτόχρονα σε πολλά ζητήματα της κοινωνίας αλλά και των καιρών μας.

Από τη μία πλευρά, να προσφέρουμε στην πατρίδα μας έναν καταστατικό χάρτη, ο οποίος θα μπορέσει να επιστρέψει τη δημόσια ζωή σε έναν δρόμο αναγέννησης, ξεπερνώντας κενά, ξεπερνώντας αγκυλώσεις του παρελθόντος, κάνοντας τον κρατικό μηχανισμό πιο γρήγορο, πιο αποτελεσματικό, πιο φιλικό. Και από την άλλη πλευρά, να δείξουμε στους πολίτες ότι το ίδιο το πολιτικό σύστημα έχει τη δυνατότητα να αναγεννηθεί, εγκαθιστώντας μόνιμους κανόνες στον έλεγχο της λειτουργίας του, εντάσσοντας δυναμικότερα την κοινωνία αλλά και τους νέους στη δημόσια ζωή.

Και ανακτώντας με αυτόν τον τρόπο το πιο πολύτιμο συστατικό της δημοκρατίας, το οποίο σίγουρα έχει «τρωθεί» στους καιρούς μας, και αυτό δεν είναι άλλο από την αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτείας και πολίτη.

Ένα νέο Σύνταγμα, λοιπόν, και να κλείσω με αυτό, σημαίνει πολλά περισσότερα από όσα δηλώνει ο τίτλος του. Σημαίνει πρώτα και πάνω απ’ όλα ότι αυτή η θεσμική κάλυψη, η θεσμική «ομπρέλα», η οποία τα επόμενα χρόνια θα καλύπτει τις σχέσεις του κράτους με την κοινωνία και την οικονομία, θα έχει πραγματικά εκσυγχρονιστεί.

Είναι κάτι το οποίο σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, στην ταραγμένη γειτονιά στην οποία ζούμε, όταν συμβαίνουν παγκόσμιες γεωπολιτικές και οικονομικές ανατροπές, η χώρα μας το έχει ανάγκη.

NEWS