Ταχύτερες επενδύσεις, φθηνότερη ενέργεια και ισχυρότερα δίκτυα το κοινό μήνυμα για την ενεργειακή μετάβαση

by Expertnews.gr

Φωτογραφία: Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος

 

Η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης με έμφαση στην ενεργειακή ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις σε δίκτυα και υποδομές, την ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας και τη δημιουργία μιας πιο ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας βρέθηκε στο επίκεντρο της θεματικής ενότητας «Επανενίσχυση της πράσινης μετάβασης μέσα από την καινοτομία, την ευελιξία και τη συμπεριληπτική ανάπτυξη» του 30th Annual Government Roundtable – Progress in an age of upheaval | Geopolitics-Growth-Technology, που ολοκληρώνεται αύριο.Ν. Τσάφος:Η Ελλάδα στους μεγαλύτερους καθαρούς εξαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ 

Τον βαθύ μετασχηματισμό του ελληνικού ενεργειακού συστήματος και τις προτεραιότητες της χώρας για την επόμενη φάση της πράσινης μετάβασης παρουσίασε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, τονίζοντας ότι η απολιγνιτοποίηση, η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας αποτελούν βασικούς άξονες της ενεργειακής πολιτικής.

Όπως ανέφερε, η Ελλάδα έχει καταγράψει σημαντική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην απομάκρυνση του λιγνίτη από το ενεργειακό μείγμα. Επισήμανε ότι η χρήση λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή έχει μειωθεί κατά 93% σε σχέση με το 2005, ενώ υπενθύμισε ότι ακόμη και το 2023 οι εκπομπές από τις λιγνιτικές μονάδες ήταν ισοδύναμες με τις συνολικές εκπομπές όλων των αυτοκινήτων της χώρας, γεγονός που, όπως είπε, αναδεικνύει τη σημασία της απολιγνιτοποίησης.

Υπογράμμισε ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν προωθείται μόνο για περιβαλλοντικούς λόγους, αλλά και για οικονομικούς και σημείωσε ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό δυναμικό σε ηλιακή και αιολική ενέργεια, γεγονός που της επιτρέπει να αξιοποιεί ανταγωνιστικές εγχώριες πηγές παραγωγής. Αναφέρθηκε ακόμη στη σημαντική διείσδυση των ΑΠΕ, επισημαίνοντας ότι η χώρα συγκαταλέγεται στις κορυφαίες διεθνώς τόσο στην αξιοποίηση της ηλιακής, όσο και της αιολικής ενέργειας.

Παράλληλα, σημείωσε ότι από καθαρός εισαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας το 2019, η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σήμερα σε έναν από τους μεγαλύτερους καθαρούς εξαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Όπως ανέφερε, η χώρα βρίσκεται πλέον στην πέμπτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών με τις υψηλότερες καθαρές εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, εξέλιξη που, σύμφωνα με τον ίδιο, δημιουργεί σημαντικές αναπτυξιακές προοπτικές.

Αναφερόμενος στις επόμενες προτεραιότητες της κυβέρνησης, ο κ. Τσάφος τόνισε ότι η πλήρης απεξάρτηση από τον λιγνίτη παραμένει βασικός στόχος για τα επόμενα χρόνια, ενώ παράλληλα προωθείται η απανθρακοποίηση της βιομηχανίας μέσω έργων δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS). Όπως είπε, έχουν ήδη εξασφαλιστεί περίπου 1 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία για τη δημιουργία σχετικής αλυσίδας αξίας, με έμφαση στα διυλιστήρια και τις ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Αναφέρθηκε επίσης στην προώθηση του εξηλεκτρισμού των μεταφορών, καθώς και στα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων που χρηματοδοτούνται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, επισημαίνοντας ότι αποτελούν βασικά εργαλεία για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο κ. Τσάφος υποστήριξε ότι η ΕΕ δεν διαθέτει ακόμη μια πραγματικά ενιαία αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως σημείωσε, οι αποκλίσεις στις τιμές μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν μεγάλες, με αποτέλεσμα να χάνονται σημαντικές ευκαιρίες αξιοποίησης της διαθέσιμης παραγωγής καθαρής ενέργειας. Για τον λόγο αυτό, εξέφρασε τη στήριξη της Ελλάδας στις πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενίσχυση της ενοποίησης της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού.

Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ μιας περισσότερο ευέλικτης εφαρμογής των ευρωπαϊκών πολιτικών για την πράσινη μετάβαση, υποστηρίζοντας ότι οι επιμέρους στόχοι θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας. Όπως εξήγησε, οι διαφορετικές κλιματικές και ενεργειακές συνθήκες δεν επιτρέπουν την εφαρμογή των ίδιων πολιτικών με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη-μέλη.

Μεταξύ άλλων, ο ίδιος επισήμανε ότι η απανθρακοποίηση πρέπει να συνδυάζεται με τη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας, της προσιτής ενέργειας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Όπως ανέφερε, η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να διατηρήσει υψηλές κλιματικές φιλοδοξίες, χωρίς να υπονομεύει την ανθεκτικότητα των οικονομιών και των επιχειρήσεών της.

ΑΔΜΗΕ: Η Ελλάδα έχει ήδη πετύχει τους στόχους του 2030 στις ΑΠΕ 

Η Ελλάδα έχει ουσιαστικά επιτύχει ήδη τους στόχους που είχαν τεθεί για το 2030 όσον αφορά την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), επισήμανε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ), Μάνος Μανουσάκης, αναδεικνύοντας τη σημαντική πρόοδο που καταγράφει η χώρα μας στην ενεργειακή μετάβαση.

Κατά τον ίδιο, η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ έχει φθάσει τα 19 GW, ενώ επιπλέον 13 GW έχουν λάβει όρους σύνδεσης, με τη συντριπτική πλειονότητα των έργων να αναμένεται να υλοποιηθεί. «Στην πραγματικότητα έχουμε ήδη πιάσει τους στόχους του 2030», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η εξέλιξη αυτή επέτρεψε στην Ελλάδα να μετατραπεί το 2025 σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, τάση που, όπως είπε, θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια.

Ο επικεφαλής του ΑΔΜΗΕ τόνισε ότι οι ΑΠΕ καλύπτουν ήδη περίπου το 55% της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η Ελλάδα μπορεί να καλύψει το 100% της ζήτησης από ανανεώσιμες πηγές. Η περαιτέρω ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας, σύμφωνα με τον ίδιο, θα συμβάλει τόσο στην αξιοποίηση της πλεονάζουσας παραγωγής όσο και στη μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως είπε, σήμερα λειτουργούν μονάδες αποθήκευσης ισχύος 530 MW, μέχρι το τέλος του έτους η ισχύς θα φθάσει το 1 GW, ενώ δρομολογούνται επιπλέον έργα εκατοντάδων MW.

Μιλώντας για το επόμενο μεγάλο στοίχημα για τη χώρα, τόνισε ότι είναι ο συνολικός εξηλεκτρισμός της οικονομίας. Όπως είπε, παρά την πρόοδο στην ηλεκτροπαραγωγή, η Ελλάδα εξακολουθεί να εισάγει το 75%-77% της συνολικής ενέργειας που καταναλώνει. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ως κρίσιμες παρεμβάσεις την ηλεκτροδότηση των λιμανιών (cold ironing), την επέκταση των υποδομών φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων, την ηλεκτρική θέρμανση των κτιρίων και τη διεύρυνση της χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας στη βιομηχανία.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, χαρακτηρίζοντάς τες επένδυση με σημαντικό οικονομικό και ενεργειακό όφελος. Όπως είπε, η διασύνδεση των Κυκλάδων ολοκληρώνεται, η Κρήτη έχει ήδη ενταχθεί στο διασυνδεδεμένο σύστημα, ενώ ακολουθούν τα νησιά του Βορείου Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα και η δεύτερη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Ιταλίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, χωρίς τα έργα αυτά το κόστος ηλεκτροπαραγωγής στα νησιά θα παρέμενε ιδιαίτερα υψηλό, λόγω της εξάρτησης από πετρελαϊκές μονάδες, ενώ θα ήταν χαμηλότερη και η ενεργειακή ασφάλεια.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι διασυνδέσεις ενισχύουν την αξιοπιστία του ηλεκτρικού συστήματος, βελτιώνουν την ποιότητα του τουριστικού προϊόντος και περιορίζουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Αναφερόμενος στο επενδυτικό ενδιαφέρον, αποκάλυψε ότι στην πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ, ύψους 250 εκατ. ευρώ, εκδηλώθηκε ζήτηση που έφθασε τα 3,5 δισ. ευρώ, ενώ μεγάλα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια έχουν ήδη εκφράσει ενδιαφέρον για μελλοντικά έργα, όπως οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις της Ελλάδας με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία.

Μεταξύ άλλων, ο ίδιος υποστήριξε ότι η ενίσχυση των διασυνοριακών διασυνδέσεων αποτελεί προϋπόθεση για μια πραγματικά ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως ανέφερε, η στενότερη διασύνδεση των κρατών-μελών θα περιορίσει τις αποκλίσεις στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, θα ενισχύσει την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και θα αυξήσει την ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος της Ευρώπης.

Δεν υπάρχει ενεργειακή ασφάλεια χωρίς κλιματική δράση και ενεργειακή κυριαρχία

Σαφές μήνυμα υπέρ της επιτάχυνσης της πράσινης μετάβασης και της διατήρησης των ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων έστειλε ο πρώην εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αρμόδιος για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, Frans Timmermans, υποστηρίζοντας ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αποτελεί πλέον ζήτημα ασφάλειας, ανταγωνιστικότητας και στρατηγικής αυτονομίας για την Ευρώπη.

Λέγοντας ότι είναι ήδη ορατές οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, είπε ότι ο περασμένος Ιούνιος ήταν κατά περίπου τρεις βαθμούς θερμότερος σε σχέση με τον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα, ενώ στη Γερμανία χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους εξαιτίας των ακραίων θερμοκρασιών. Παράλληλα, αναφέρθηκε στα διαδοχικά κύματα καύσωνα στη Γαλλία, στις εκτεταμένες πυρκαγιές και στα προβλήματα λειτουργίας θερμικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής λόγω έλλειψης επαρκών υδάτινων πόρων για την ψύξη τους.

Έμφαση έδωσε στην ανάγκη άμεσης μείωσης των εκπομπών μεθανίου, υποστηρίζοντας ότι έχουν πολύ ισχυρότερη επίδραση στην υπερθέρμανση του πλανήτη βραχυπρόθεσμα σε σχέση με το διοξείδιο του άνθρακα. Για τον λόγο αυτό κάλεσε την ΕΕ να εφαρμόσει πλήρως την ισχύουσα νομοθεσία για το μεθάνιο, χωρίς υπαναχωρήσεις.

Υποστήριξε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματική ασφάλεια χωρίς ενεργειακή κυριαρχία. Όπως ανέφερε, αυτό προϋποθέτει ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σημαντικές επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα και ενίσχυση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, ώστε να εξασφαλιστούν οι αναγκαίοι χρηματοδοτικοί πόροι για τις ενεργειακές υποδομές.

Αναφερόμενος στον ενεργειακό σχεδιασμό της επόμενης ημέρας, τάχθηκε υπέρ ενός ενεργειακού μείγματος που θα βασίζεται κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε συνδυασμό με τη νέα γενιά πυρηνικής ενέργειας. Όπως είπε, ο ρόλος των υδρογονανθράκων θα πρέπει να μειώνεται σταδιακά, εκτιμώντας ότι έως το 2050 η συμμετοχή τους στο ενεργειακό μείγμα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 3%, με το φυσικό αέριο να διατηρεί περιορισμένο μεταβατικό ρόλο.

Τόνισε ότι η Ευρώπη οφείλει να μειώσει την εξάρτησή της από μακρινές και ευάλωτες εφοδιαστικές αλυσίδες, επισημαίνοντας ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι νέες τεχνολογίες, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, αυξάνουν τους κινδύνους διακοπής του ενεργειακού εφοδιασμού και πρόσθεσε ότι η διαφοροποίηση των πηγών και η ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.

Παράλληλα επισήμανε ότι η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερη και φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια προκειμένου να στηρίξει τη βιομηχανική της ανταγωνιστικότητα και να ανταποκριθεί στις ανάγκες των νέων τεχνολογιών. Κατά την άποψή του, η ταχύτερη και οικονομικότερη λύση είναι η επιτάχυνση της ανάπτυξης της ηλιακής ενέργειας, των υπεράκτιων αιολικών πάρκων και των απαραίτητων ηλεκτρικών δικτύων, σε συνδυασμό με τη νέα πυρηνική τεχνολογία.

Μεταξύ άλλων, κάλεσε την ΕΕ να επαναπροσδιορίσει τη θέση της σε ό,τι αφορά την πράσινη μετάβαση και να τη συνδέσει περισσότερο με την έννοια της ευρωπαϊκής κυριαρχίας, της ασφάλειας και της οικονομικής ανεξαρτησίας. Όπως ανέφερε, η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή ασφάλεια και η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας αποτελούν πλέον αλληλένδετες προκλήσεις και κάλεσε την ΕΕ να μην υποτιμήσει τον ρυθμό των επενδύσεων και της τεχνολογικής προόδου που καταγράφεται τόσο στην Κίνα, όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της καθαρής ενέργειας.

Artem Rybchenko: Η πράσινη μετάβαση αποτελεί μέρος της ενεργειακής ασφάλειας

Την ανάγκη η πράσινη μετάβαση να προχωρήσει παρά τις τεράστιες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ουκρανία ανέδειξε, μέσω της διαδικτυακής του τοποθέτηση ο υφυπουργός Ανάπτυξης Κοινοτήτων και Εδαφών της Ουκρανίας, Artem Rybchenko,υπογραμμίζοντας ότι οι συνεχείς ρωσικές επιθέσεις στις ενεργειακές και βιομηχανικές υποδομές έχουν δημιουργήσει μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση για τη χώρα, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες του πολέμου εδώ και περίπου 4,5 χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, όπως είπε, η Ουκρανία έχει γίνει πιο ανθεκτική και παραμένει αποφασισμένη να συνεργαστεί με τους διεθνείς εταίρους της για την αντιμετώπιση των ενεργειακών προκλήσεων.

Όπως σημείωσε, ο ενεργειακός τομέας βρίσκεται στο επίκεντρο της κρίσης, καθώς οι υποδομές δέχονται συνεχώς πλήγματα, γεγονός που καθιστά επιτακτική την αναζήτηση νέων λύσεων. Στόχος, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να διασφαλιστεί η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης μέσω εναλλακτικών πηγών ενέργειας, ενισχύοντας παράλληλα την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.

Αναφερόμενος στην επόμενη ημέρα, επισήμανε ότι η ανοικοδόμηση της Ουκρανίας θα βασιστεί στις νέες τεχνολογίες, με ιδιαίτερη έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη. Όπως εξήγησε, η αξιοποίησή της μπορεί να επιταχύνει τις διαδικασίες, να ενισχύσει τη διαφάνεια και να συμβάλει σε πιο αποτελεσματική και στρατηγική διαχείριση του ενεργειακού τομέα.

Eurelectric:Ο εξηλεκτρισμός είναι η απάντηση στην ενεργειακή κρίση και την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα

Τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας ως τη βασική απάντηση στην ενεργειακή κρίση και στην εξάρτηση της Ευρώπης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα ανέδειξε ο γενικός γραμματέας της Eurelectric, Kristian Ruby, επισημαίνοντας ότι η πρόσφατη κρίση απέδειξε την ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης.

Όπως ανέφερε, η ενεργειακή κρίση ήταν ουσιαστικά κρίση εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την περαιτέρω αξιοποίησή τους. Αντίθετα, όπως είπε, η λύση βρίσκεται στον εξηλεκτρισμό των μεταφορών, των κτιρίων και της βιομηχανίας, ώστε έως το 2040 να αντικατασταθεί το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης ενέργειας από ηλεκτρική ενέργεια.

Ο κ. Ruby σημείωσε ότι η άνοδος των τιμών των καυσίμων έχει ήδη αλλάξει τη συμπεριφορά των καταναλωτών, οδηγώντας σε αύξηση των πωλήσεων ηλεκτρικών οχημάτων και σε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για ηλεκτρικές λύσεις θέρμανσης και ενεργειακής αναβάθμισης των κατοικιών.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιτυχία της μετάβασης προϋποθέτει την αναβάθμιση και επέκταση του ηλεκτρικού συστήματος με ολιστική προσέγγιση. Όπως τόνισε, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα αποτελέσουν τον βασικό πυλώνα του νέου ενεργειακού μοντέλου, με την πυρηνική ενέργεια να συμβάλλει στη σταθερότητα του συστήματος, ενώ συμπληρωματικό ρόλο θα έχουν οι μονάδες που διασφαλίζουν την ευστάθεια του δικτύου. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της ανάπτυξης τόσο βραχυχρόνιων όσο και μακροχρόνιων λύσεων αποθήκευσης, ώστε να ενισχυθεί η αξιοπιστία του ενεργειακού συστήματος.

Σε ό,τι αφορά τη ζήτηση, επισήμανε ότι ο εξηλεκτρισμός των μεταφορών αποτελεί το πρώτο μεγάλο βήμα, ενώ θα πρέπει να ακολουθήσει η βιομηχανία, ώστε η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας να επεκταθεί σε όλους τους βασικούς τομείς της οικονομίας.

Αναφερόμενος στον βιομηχανικό τομέα, ο γενικός γραμματέας της Eurelectric υποστήριξε ότι περίπου το 90% των βιομηχανικών διεργασιών μπορεί ήδη να εξηλεκτριστεί τεχνολογικά.Ωστόσο, όπως είπε, πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να διστάζουν λόγω του υψηλού επενδυτικού κόστους, της αβεβαιότητας και των απαιτήσεων για σύνδεση με τα ηλεκτρικά δίκτυα.

Για τον λόγο αυτό, κάλεσε την ΕΕ να διαμορφώσει ισχυρότερα οικονομικά κίνητρα και ένα σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο που θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις στον εξηλεκτρισμό. Παράλληλα, υποστήριξε ότι το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) δεν θα πρέπει να λειτουργεί μόνο ως αντικίνητρο για τα ορυκτά καύσιμα, αλλά και ως εργαλείο στήριξης των επενδύσεων σε νέες ηλεκτρικές τεχνολογίες.

«Ο εξηλεκτρισμός αποτελεί την εγχώρια ενεργειακή λύση της Ευρώπης», τόνισε ο κ. Ruby, υπογραμμίζοντας ότι η επιτάχυνσή του θα ενισχύσει τόσο την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όσο και την ενεργειακή ασφάλεια της ΈΕ.

Nuclear Europe:Στα 150 GW η πυρηνική ισχύς στην Ευρώπη έως το 2050 

Την ανάγκη ενίσχυσης του ρόλου της πυρηνικής ενέργειας στην ευρωπαϊκή στρατηγική για την απανθρακοποίηση και την ενεργειακή ασφάλεια, ανέδειξε ο γενικός διευθυντής της NuclearEurope, Emmanuel Brutin, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα νέο επενδυτικό και πολιτικό πλαίσιο που θα αντιμετωπίζει ισότιμα όλες τις τεχνολογίες καθαρής ενέργειας.

Όπως ανέφερε, σήμερα 12 κράτη-μέλη της ΕΕ παράγουν περίπου το 24% της ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικούς σταθμούς, ενώ ο στόχος είναι η συνολική εγκατεστημένη πυρηνική ισχύς να αυξηθεί από περίπου 100 GW σήμερα στα 150 GW έως το 2050. Για να επιτευχθεί αυτό,όπως εξήγησε, απαιτείται τόσο η παράταση της λειτουργίας των υφιστάμενων πυρηνικών αντιδραστήρων όσο και η ανάπτυξη νέων μονάδων μέσω διεθνών συνεργασιών και επενδυτικών προγραμμάτων.

Αναφερόμενος στις προοπτικές των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs), τόνισε ότι  αναμένεται να αρχίσουν να λειτουργούν στην Ευρώπη από το 2030 και πρόσθεσε ότι οι νέες αυτές τεχνολογίες εκτιμάται ότι θα μπορούν να καλύπτουν ενεργειακές ανάγκες μεγάλων βιομηχανικών εγκαταστάσεων και κέντρων δεδομένων, προσφέροντας ευελιξία και χαμηλές εκπομπές άνθρακα.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο συνδυασμός πυρηνικής ενέργειας και ανανεώσιμων πηγών αποτελεί την πιο αποτελεσματική λύση για την επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων απανθρακοποίησης, τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού και τη συγκράτηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές. Όπως υποστήριξε, μελέτες της NuclearEurope δείχνουν ότι η συμμετοχή της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα συμβάλλει στη μείωση του συνολικού κόστους του ηλεκτρικού συστήματος.
Μιλώντας για τις πολιτικές εξελίξεις, σημείωσε ότι τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται σημαντική αλλαγή στη στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απέναντι στην πυρηνική ενέργεια, καθώς και συνολική μεταβολή του δημόσιου διαλόγου γύρω από τον ρόλο της. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η αλλαγή αυτή πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες πολιτικές και χρηματοδοτικά εργαλεία.

Στο πλαίσιο αυτό εξήγησε ότι η ΕΕ χρειάζεται ένα ανανεωμένο θεσμικό πλαίσιο που θα θέτει στόχους για την καθαρή ενέργεια συνολικά και όχι αποκλειστικά για τις ανανεώσιμες πηγές, επιτρέποντας σε όλες τις τεχνολογίες μηδενικών εκπομπών να συμβάλουν στην ενεργειακή μετάβαση.

Iδιαίτερη αναφορά έκανε και στη χρηματοδότηση των πυρηνικών έργων, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για επενδύσεις με μεγάλο χρόνο ωρίμανσης, οι οποίες στο παρελθόν δυσκολεύονταν να εξασφαλίσουν ευρωπαϊκή στήριξη. Όπως είπε, η αλλαγή της προσέγγισης αποτυπώνεται και στη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στη χρηματοδότηση μεγάλων πυρηνικών έργων.

Μεταξύ άλλων, ο ίδιος υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας πρέπει να συνοδευτεί από τη δημιουργία ισχυρής ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας, ώστε η τεχνογνωσία, η βιομηχανική παραγωγή και ο εξοπλισμός να παραμένουν εντός Ευρώπης, ενισχύοντας τόσο την ανταγωνιστικότητα όσο και τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ.

Κεντρικός ρόλος των PPA και των χρηματοοικονομικών εργαλείων στη νέα αγορά ενέργειας

Στην ανάγκη ενίσχυσης της λειτουργίας της ενεργειακής αγοράς μέσω σύγχρονων χρηματοοικονομικών εργαλείων, αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων και ανάπτυξης των διμερών συμβολαίων (PPAs) εστίασε η αναπληρώτρια καθηγήτρια Εμπορικού Δικαίου του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ), Χριστίνα Ταρνανίδου.

Περιέγραψε τρεις βασικούς πυλώνες που, όπως είπε, διαμορφώνουν τη σύγχρονη ενεργειακή αγορά στην Ελλάδα: την κεντρικοποίηση των συναλλαγών, τη χρηματοοικονομική διάσταση της αγοράς και την ανάπτυξη των κατάλληλων εργαλείων διαχείρισης κινδύνου.

Όπως ανέφερε, το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας λειτουργεί ως ένα κεντρικό «marketplace», το οποίο προσφέρει ένα οργανωμένο πλαίσιο για τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καλύπτοντας ζητήματα διαχείρισης κινδύνου, εκκαθάρισης συναλλαγών και εφαρμογής των ευρωπαϊκών κανονισμών για τη σύζευξη των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας.

Έμφαση έδωσε στη σημασία των χρηματοοικονομικών προϊόντων αντιστάθμισης κινδύνου (hedging), τα οποία, όπως υποστήριξε, επιτρέπουν στους συμμετέχοντες στην αγορά να προστατεύονται από τη μεταβλητότητα των τιμών και να λειτουργούν σε ένα πιο σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον. Όπως σημείωσε, η αγορά δεν περιορίζεται πλέον στις συναλλαγές της αγοράς επόμενης ημέρας (spot), αλλά εξελίσσεται σε ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα που περιλαμβάνει και παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Αναφερόμενη στα διμερή συμβόλαια αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (Power Purchase Agreements – PPAs), τα χαρακτήρισε βασικό εργαλείο για την προώθηση της πράσινης μετάβασης και τη χρηματοδότηση νέων έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Όπως είπε, το Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας έχει ήδη αναπτύξει κεντρική πλατφόρμα για τα PPAs, μέσω της οποίας παραγωγοί, καταναλωτές, τράπεζες και λοιποί φορείς μπορούν να έρχονται σε επαφή και να διευκολύνεται η σύναψη συμφωνιών, χωρίς η πλατφόρμα να λειτουργεί ως χώρος άμεσης εμπορικής διαπραγμάτευσης.

Απαντώντας σε ερώτηση για το ιδανικό μοντέλο λειτουργίας της ενεργειακής αγοράς, υποστήριξε ότι απαιτείται μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που θα συνδυάζει τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας με τις κεφαλαιαγορές και εξήγησε ότι η ανάπτυξη υποδομών, όπως οι μηχανισμοί εκκαθάρισης συναλλαγών και τα εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου, συμβάλλει στη σταθερότητα της αγοράς και δημιουργεί ασφαλέστερο επενδυτικό περιβάλλον.

Παράλληλα, επισήμανε ότι το ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο έχει πλέον ωριμάσει, με τη συνεργασία των αρμόδιων εποπτικών αρχών να ενισχύει τη διαφάνεια και την αξιοπιστία των ενεργειακών και χρηματοοικονομικών αγορών. Στην Ελλάδα, όπως ανέφερε, η συνεργασία μεταξύ της Ρυθμιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αποτελεί σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Μεταξύ άλλων, τόνισε ότι περαιτέρω ανάπτυξη της αγοράς των PPAs μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για την αύξηση των επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια, επισημαίνοντας ότι η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Ιταλία, δείχνει πως οι οργανωμένες πλατφόρμες διαπραγμάτευσης συμβάλλουν στην ενίσχυση της αποδοτικότητας και της ασφάλειας της αγοράς.

Η ΕΕ καθυστερεί στην απανθρακοποίηση- Οι προϋποθέσεις για πετυχημένη ενεργειακή μετάβαση

Τη θέση του ότι η Ευρώπη δεν έχει προχωρήσει με την απαιτούμενη ταχύτητα στην απανθρακοποίηση, διατύπωσε ο καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και co-chair του UN SDSN Greece, Ανδρέας Παπανδρέου, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή μετάβαση εξακολουθεί να προσκρούει σε κρίσιμα «σημεία συμφόρησης», τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα.

Όπως ανέφερε, η μείωση του κόστους των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας από μόνη της δεν αρκεί για να δημιουργήσει ένα λειτουργικό ενεργειακό σύστημα. Η ανάπτυξη των ΑΠΕ, όπως είπε, πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή δίκτυα μεταφοράς και διανομής, μονάδες αποθήκευσης, ευελιξία στη ζήτηση και σύγχρονες υποδομές, όπως σταθμοί φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων και έξυπνη διαχείριση του ηλεκτρικού συστήματος.

Υπογράμμισε ότι, παρά το χαμηλό κόστος των τεχνολογιών καθαρής ενέργειας, πολλά έργα εξακολουθούν να μην είναι επενδυτικά ελκυστικά και εξήγησε ότι οι επενδυτές αναζητούν σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο, προβλέψιμες αποδόσεις και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη στενότερη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για τον επιμερισμό του επενδυτικού ρίσκου.

Έμφαση έδωσε στην κοινωνική διάσταση της ενεργειακής μετάβασης, σημειώνοντας ότι τα οικονομικά επιχειρήματα υπέρ των ΑΠΕ δεν αρκούν από μόνα τους για να εξασφαλίσουν την αποδοχή των πολιτών. Όπως είπε, απαιτείται δικαιότερη κατανομή των ωφελειών, ενίσχυση της ενεργειακής δημοκρατίας, ανάπτυξη ενεργειακών κοινοτήτων και συλλογικών σχημάτων αυτοκατανάλωσης, ώστε οι πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στη μετάβαση.

Παρουσιάζοντας τις βασικές προτεραιότητες για την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, ανέφερε ότι απαιτείται απλούστευση και επιτάχυνση της αδειοδότησης των έργων καθαρής ενέργειας, ευκολότερη πρόσβαση στα δίκτυα και ταχύτερη τεχνική ωρίμανση των επενδύσεων.     Παράλληλα, επισήμανε ότι η επέκταση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, η αποθήκευση ενέργειας και η ευελιξία της ζήτησης αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε η παραγόμενη καθαρή ενέργεια να μπορεί να φτάνει στους καταναλωτές όταν και όπου χρειάζεται.

Αναφερόμενος στη χρηματοδότηση των έργων, υπογράμμισε ότι η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης εξαρτάται από τη δημιουργία αξιόπιστων επενδυτικών σχεδίων, σταθερών κανόνων και χρηματοδοτικών εργαλείων που θα μειώνουν την αβεβαιότητα και θα διασφαλίζουν προβλέψιμες αποδόσεις.

Μεταξύ άλλων, σημείωσε ότι η επιτυχία της πράσινης μετάβασης θα κριθεί από το κατά πόσο τα οφέλη θα γίνουν ορατά στην καθημερινότητα των πολιτών. Όπως ανέφερε, η χαμηλότερη τιμή παραγωγής της καθαρής ενέργειας πρέπει να αποτυπώνεται και στους τελικούς λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ οι πολίτες θα πρέπει να διαπιστώνουν έμπρακτα τα οφέλη μέσα από καλύτερη ποιότητα ζωής, καθαρότερο περιβάλλον και ισχυρότερες τοπικές κοινότητες.

NEWS