Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Τρίτη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ενημερωθεί από τους περισσότερους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ ότι δεν ήθελαν να εμπλακούν στην στρατιωτική επιχείρηση της χώρας στο Ιράν, μια κίνηση που χαρακτήρισε ως «πολύ ανόητο λάθος». Ο Τραμπ δεν έδωσε καμία ένδειξη ότι σχεδιάζει να τιμωρήσει τους συμμάχους του ΝΑΤΟ για τις θέσεις τους, καθώς απαντούσε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων στο Οβάλ Γραφείο κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ιρλανδού πρωθυπουργού Μάικλ Μάρτιν.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στο ΝΑΤΟ και στους συμμάχους σε όλο τον κόσμο, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν έχουν ανάγκη κανέναν», και αφού δεν θέλουν να βοηθήσουν στον πόλεμο ας κάνουν ό,τι νομίζουν. «Είναι πολύ κακή εξέλιξη για το ΝΑΤΟ» και «μεγάλο λάθος» είπε αλλά για εμένα ήταν ένα τεστ για να εξακριβώσω αυτά που ήδη ήξερα.
Ερωτηθείς αν υπάρχει το ενδεχόμενο, με βάση αυτά τα νέα δεδομένα, να σκεφτεί την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, δεν απέκλεισε τίποτα λέγοντας «δεν χρειάζομαι το Κογκρέσο για να το κάνω, μπορεί να είναι δική μου απόφαση». Η σημερινή τοποθέτηση έρχεται μόλις μία ημέρα μετά τις δηλώσεις, με τις οποίες ζητούσε με επιμονή τη συμμετοχή συμμάχων και άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας ευρύτερης συμμαχίας. Τώρα λέει ότι, παρά τη συμφωνία των συμμάχων επί της αρχής δηλαδή με την ανάγκη αποτροπής ενός πυρηνικού Ιράν, καμία χώρα δεν εμφανίζεται πρόθυμη να συμβάλει στρατιωτικά, κάτι που όπως λέει θέτει υπό αμφισβήτηση ακόμη και το μέλλον της Συμμαχίας.
Κατηγόρησε επίσης τους συμμάχους, και ήταν θα έλεγα πολύ απαξιωτικός, ότι επί δεκαετίες επωφελούνται από την αμερικανική προστασία χωρίς να ανταποδίδουν, το ίδιο ισχύει και για χώρες όπως η Ιαπωνία, η Αυστραλία και η Νότια Κορέα. «Τους έχουμε βοηθήσει τόσο πολύ και δεν θέλουν να μας βοηθήσουν – είναι εντυπωσιακό».
Σε αντίθεση με την κριτική προς το ΝΑΤΟ, εξήρε τη στήριξη από χώρες της Μέσης Ανατολής και το Ισραήλ, κάνοντας λόγο για «πολύ ισχυρή συνεργασία». Παράλληλα, συνέδεσε τη στάση των συμμάχων και με το ζήτημα της Ουκρανίας, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν δαπανήσει «εκατοντάδες δισεκατομμύρια» χωρίς αντίστοιχη ανταπόδοση.
Αναφερόμενος ειδικότερα στον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, άφησε αιχμές για τη στάση του Παρισιού, λέγοντας ότι «θα είναι εκτός αξιώματος πολύ σύντομα».
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, αντιμετωπίζει εσωτερικές και διεθνείς πιέσεις να αναζητήσει διπλωματική διέξοδο στη σύγκρουση που ο ίδιος και ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου προκάλεσαν. Ο διευθυντής του Εθνικού Αντιτρομοκρατικού Κέντρου των ΗΠΑ Τζο Κεντ υπέβαλε χθες την παραίτησή του λέγοντας ότι «δεν μπορεί να υποστηρίξει με καλή πίστη» τον πόλεμο κατά του Ιράν. Κατά τον Κεντ, το Ιράν «δεν αντιπροσώπευε καμία άμεση απειλή για το έθνος μας και είναι σαφές ότι ξεκινήσαμε αυτόν τον πόλεμο λόγω της πίεσης από το Ισραήλ και το ισχυρό λόμπι του στις ΗΠΑ».
Την ίδια ώρα, αίσθηση προκάλεσε ρεπορτάζ του Guardian που αποκάλυψε ότι ο Βρετανός σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Τζόναθαν Πάουελ συμμετείχε στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις της Γενεύης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, όπου εντυπωσιάστηκε από τις υποχωρήσεις της ιρανικής αντιπροσωπείας γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα, σχηματίζοντας την εντύπωση ότι η επίτευξη συμφωνίας βρισκόταν επί θύραις και πως τίποτα δεν δικαιολογούσε τη στρατιωτική επιλογή. Ωστόσο, δύο ημέρες αργότερα ΗΠΑ και Ισραήλ βομβάρδιζαν την Τεχεράνη και δολοφονούσαν τον Αλί Χαμενεΐ. Ενοχλημένος από την απροθυμία των νατοϊκών χωρών να τον συνδράμουν με πλοία και στρατιωτικές δυνάμεις στα Στενά του Ορμούζ, όπως τους ζήτησε, ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε πάντως χθες βράδυ ότι οι ΗΠΑ μπορεί ακόμη και να επανεξετάσουν τη συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ.
