Με μεγάλη πτώση έκλεισαν οι ευρωπαϊκές αγορές- Διευρύνονται οι απώλειες στη Γουόλ Στριτ

by Expertnews.gr

w04-180348w03185121WallStreet29837632.jpg

Οι απώλειες διευρύνθηκαν στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης μετά την ομιλία του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Τζερόμ Πάουελ, ο οποίος εξέφρασε φόβους ότι οι δασμοί τους οποίους επέβαλε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να οδηγήσουν σε συρρίκνωση της ανάπτυξης, μεγαλύτερο πληθωρισμό και υψηλότερη ανεργία στις ΗΠΑ.

Γύρω στις 18.25 (ώρα Ελλάδας) ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones υποχωρούσε κατά 3,39%, ο Nasdaq των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας κατά 3,81% και ο διευρυμένος δείκτης S&P 500 κατά 3,90%. Αμέσως μετά την ομιλία του Πάουελ, οι δείκτες S&P 500 και Nasdaq κατέγραψαν απώλειες άνω του 4%.

Η αγορά αντέδρασε νευρικά στις δηλώσεις του Πάουελ, σύμφωνα με τον οποίο «καθίσταται σαφές ότι οι φόροι στα εισαγόμενα προϊόντα θα είναι σημαντικά μεγαλύτεροι απ’ όσο αναμενόταν» και «οι οικονομικές συνέπειες» πιθανότατα θα είναι και αυτές μεγαλύτερες.

Κατακρημνίζονται τα ευρωπαϊκά Χρηματιστήρια

Στο Χρηματιστήριο του Παρισιού, παρασυρμένο από τον πανικό στις αγορές, ο δείκτης CAC 40 έκλεισε με πτώση 324,03 μονάδων (-4,26%), στις 7.274,95 μονάδες. Πρόκειται για τη χειρότερη συνεδρίαση από τον Μάρτιο του 2022, όταν είχε κλείσει με πτώση 4,97%.

Οι κυριότεροι ευρωπαϊκοί δείκτες έκλεισαν επίσης με μεγάλες απώλειες: στη Φρανκφούρτη και το Λονδίνο η πτώση ήταν 4,95%, στο Μιλάνο 6,53%, στις χειρότερες συνεδριάσει από την έναρξη της πανδημίας του Covid-19, τον Μάρτιο του 2020. Το Χρηματιστήριο της Ζυρίχης έκλεισε με πτώση 5,14% και εκείνο της Μαδρίτης με πτώση 5,83%.

Το σοκ από τις ανακοινώσεις των αμερικανικών δασμών αναζωπύρωσε τους φόβους για μια «ύφεση στις ΗΠΑ και σε μεγαλύτερη κλίμακα», σχολίασε ο Γκιγιόμ Σαλουάν, ο διευθυντής διαχείρισης μετοχών της Delubac AM. «Ο φόβος μιας ύφεσης σημαίνει λιγότερη βιομηχανία και λιγότερη κατανάλωση πετρελαίου», γεγονός που εξηγεί τη μείωση της τιμής του μαύρου χρυσού και την κατακρήμνιση των μετοχών των βιομηχανιών.

Η μετοχή της ArcelorMittal έκλεισε στα 22,75 ευρώ (-8,45%), της Schneider Electric στα 189,50 ευρώ (-6,65%), της Airbus στα 146,90 ευρώ (-7,04%), της Thales στα 237,90 ευρώ (-5,74%), της TotalEnergies στα 53,07 ευρώ (-6,24%).

«Η πρωτοτυπία είναι ότι οι επενδυτές δέχονται επίθεση», σχολίασε ο Σαλουάν. Οι επενδυτές αναζητούν ασφαλές καταφύγιο στα ομόλογα, με αποτέλεσμα τα επιτόκιά τους να μειώνονται, εξήγησε.

Οι τράπεζες, από την άλλη, καταγράφουν επίσης πτώση. Η μετοχή της BNP Paribas έκλεισε μειωμένη κατά 6,82% στα 68,67 ευρώ, της Société Générale στα 34,55 ευρώ (-10,45%), της Crédit agricole στα 15,74 ευρώ (-4,46%). 

Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας S&P Global ανακοίνωσε ότι επανεξετάζει όλες τις μακροοικονομικές του προβλέψεις μετά τους σαρωτικούς εμπορικούς δασμούς που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ αυτή την εβδομάδα, σε μια κίνηση που πιθανόν να τροφοδοτήσει ανησυχίες για νέο κύμα υποβαθμίσεων αξιόχρεου.

Ο οίκος, που αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα χιλιάδων εταιριών και πάνω από 130 χωρών, δήλωσε ότι το εύρος και το μέγεθος των νέων δασμών του Αμερικανού προέδρου ξεπέρασαν τις περισσότερες προσδοκίες.

Δήλωσε ότι θα δημοσιοποιήσει τις αναθεωρημένες προβλέψεις του την επόμενη εβδομάδα, αν και οι αρχικές εκτιμήσεις περιλαμβάνουν άλμα στον αμερικανικό πληθωρισμό που τον τοποθετεί πιο κοντά στο 4% έως τα τέλη του έτους, συγκριτικά με 3% που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση του οίκου.

Ο αντίκτυπος στο αμερικανικό ΑΕΠ θα εξαρτηθεί από το επίπεδο των αντιποίνων από τους εμπορικούς εταίρους της Ουάσινγκτον καθώς και από το πώς θα αξιοποιηθούν τα έσοδα από τους δασμούς, ιδιαίτερα εάν θα χρηματοδοτήσουν μειώσεις φόρων, σύμφωνα με τον S&P. Ακόμα και με βάση το σενάριο των μειώσεων φόρων και «σχετικά ήπιων» αντιποίνων, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ πιθανόν να είναι χαμηλότερος κατά τρία έως τέσσερα δέκατα της ποσοστιαίας μονάδας συγκριτικά με τις πιο πρόσφατες προβλέψεις του οίκου.

Πτωτική αναθεώρηση των προβλέψεων στην ανάπτυξη πιθανόν να γίνει και για τον υπόλοιπο κόσμο. Μεγάλες οικονομίες, όπως η ευρωζώνη και η Κίνα, πιθανόν να δουν μικρότερες αναθεωρήσεις, περίπου ενός τετάρτου της ποσοστιαίας μονάδας κατ’ έτος, ενώ άλλες πιο ‘ανοικτές’ οικονομίες με μεγάλες εμπορικές συναλλαγές με τις ΗΠΑ πιθανόν θα δουν πιο σημαντικές αναθεωρήσεις.

NEWS