Μάνος Χατζηδάκης 100 χρόνια από τη γέννησή του

by Expertnews.gr

Ξάνθη: «Εκεί που ξεκίνησε ένα τραγούδι» – Εκατό χρόνια μετά, στο παιδικό σπίτι του Μάνου Χατζιδάκι

Στην «καρδιά» της παλιάς πόλης της Ξάνθης, ανάμεσα στα λιθόστρωτα σοκάκια και τα καλοδιατηρημένα αρχοντικά, βρίσκεται ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις και ήχους που ακόμα αντηχούν. Είναι το σπίτι του Μάνου Χατζιδάκι, του συνθέτη που σημάδεψε ανεξίτηλα την ελληνική και παγκόσμια μουσική.

Μια μέσα σαν σήμερα, στις 23 Οκτωβρίου 1925 γεννιέται ο Μάνος Χατζιδάκις. Κάθε χρόνο, η μέρα αυτή, θυμίζει το πόσο προικισμένος και ταλαντούχος ήταν αυτός ο κορυφαίος Έλληνας μουσικοσυνθέτης και πόσο η μουσική του επηρέασε καταλυτικά την σκέψη και την έκφραση χιλιάδων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή του, το ΑΠΕ-ΜΠΕ κάνει μια νοσταλγική περιήγηση στο εντυπωσιακό αρχοντικό της οικογένειας Χατζιδάκι, με πολύτιμη οδηγό την καταρτισμένη Ξανθιώτισσα αρχαιολόγο και μουσειολόγο Νατάσα Μιχαηλίδου. Με γνώση, σεβασμό και αγάπη μας μεταφέρει στο παρελθόν, στα πρώτα βήματα ενός παιδιού που έμελλε να αλλάξει για πάντα τη μουσική.

Το σπίτι, ένα χαρακτηριστικό δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα, δεν είναι απλώς ένα οικοδόμημα. Είναι ένα ζωντανό μνημείο πολιτιστικής μνήμης, γεμάτο εικόνες και την ανυπέρβλητη θέα από τα παράθυρα που, όπως ο ίδιος ο Χατζιδάκις έχει πει, του έμαθε να ονειρεύεται.

Σήμερα, το κτίριο αυτό, ο πολυχώρος Τέχνης και Σκέψης, το εντυπωσιακό αρχοντικό «Grand Maison», η οικία του Μάνου Χατζιδάκι όπως είναι πλέον γνωστό, αποτελεί για την πόλη της Ξάνθης, ένα ανεκτίμητο έργο τέχνης, ένα διατηρητέο μνημείο μεγάλης αρχιτεκτονικής αξίας. Ο αείμνηστος νομάρχης Ξάνθης και μετέπειτα περιφερειάρχης ΑΜΘ Γιώργος Παυλίδης, ήταν ο άνθρωπος που το 2000 έθεσε τις βάσεις για την αποκατάσταση του κτιρίου, με την ευκαιρία της ανάδειξης του μεγάλου δημιουργού ως προσωπικότητα του 20ου αιώνα για την Ξάνθη. 
Καθώς ο επισκέπτης διαβαίνει την κεντρική είσοδο νιώθει δέος και θαυμασμό για τον πλούσιο αρχιτεκτονικό διάκοσμο του κτιρίου, τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες και οροφογραφίες, τα μωσαϊκά δάπεδα και τα υαλοστάσια. Νιώθει πως εισχωρεί στον ψυχισμό ενός ανθρώπου που κατάφερε να μετατρέψει τα παιδικά του βιώματα σε διαχρονική τέχνη. Η ξενάγηση δεν είναι μόνο ιστορική, είναι ένα ταξίδι συγκίνησης, μνήμης και αισθητικής.

Τα βυζαντινά ακούσματα του Μάνου

Η Ξάνθη, μια πόλη ανοιχτή, πολυπολιτισμική, γεμάτη φως, πρόσφερε στον Χατζιδάκι τις πρώτες του μουσικές καταβολές. Τους ήχους του δρόμου, τα τραγούδια των γειτόνων, τα χρώματα και τις μυρωδιές μιας εποχής που τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή. Εκεί γεννήθηκε η ευαισθησία, η φαντασία και η εσωτερικότητα που καθόρισαν το έργο του.

Ακριβώς απέναντι από το σπίτι, βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Βλάσση, χτισμένη το 1825. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ο Μάνος, μικρός συνήθιζε να κάθεται στο παράθυρο και να πετάει έξω κουταλάκια του γλυκού. Οι ήχοι που δημιουργούνταν από την πτώση των κουταλιών αποτέλεσαν κατά ορισμένους βιογράφους του τα πρώτα μουσικά ακούσματα.

Όταν ο Σταύρος Ξαρχάκος επισκέφθηκε το σπίτι, προχώρησε προς το παράθυρο, το άνοιξε και αντίκρισε την εκκλησία. Ένιωσε πολύ μεγάλη συγκίνηση όταν διαπίστωσε που οφείλονταν πραγματικά αυτή η ιδιαίτερη χροιά στη μουσική του Μάνου. Γύρισε τότε και είπε αφοπλιστικά: «Τώρα κατάλαβα που οφείλονται τα βυζαντινά στοιχεία στις μουσικές του Μάνου. Από τη κυριακάτικη Θεία Λειτουργία του Αη Βλάσση».

Η ιστορία του μεγάλου αρχοντικού

Μια επίσκεψη στους εντυπωσιακούς χώρους του κτιρίου αποτελεί τροφή για σκέψη, συλλογισμό, προβληματισμό, αναζήτηση, ανταλλαγή απόψεων πάνω σε θέματα που σχετίζονται με την πολιτιστική ανάπτυξη όχι μόνο της Ξάνθης αλλά και της πατρίδας μας γενικότερα. Είναι ένας χώρος όπου πλέον συναντιούνται πολίτες για να συνθέσουν μια «Νέα Αφήγηση», κάτω από τη γόνιμη και αποφασιστική επίδραση του οικουμενικού μουσικού έργου του Μάνου Χατζιδάκι.

Το κτίριο χτίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, την ίδια περίοδο που έγινε και η βίλα Αλλατίνη στην Θεσσαλονίκη, και όπως εξηγεί η Ξανθιώτισσα ξεναγός Νατάσα Μιχαηλίδου, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «το κτίριο ήταν ιδιοκτησία του Ισαάκ Δανιέλ, ενός Εβραίου, ο οποίος ήταν ανάμεσα στους πιο πλούσιους ανθρώπους εκείνης της εποχής. Το επάγγελμά του ήταν χρηματιστής και ταυτόχρονα ασχολείτο με το καπνεμπόριο και τις μεσιτείες. Αγόρασε το κτίριο και το έκτισε σε δυο φάσεις. Είναι ίσως το πλέον χαρακτηριστικό δείγμα αποτύπωσης της κοσμοπολίτικης αντίληψης της Ξάνθης. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι το σπίτι χτίσθηκε σε προνομιακή θέση, πάνω σε ύψωμα, για να έχει θέα σε όλη την έκταση της τότε πόλης. Σήμερα, δυστυχώς, η θέα έχει περιοριστεί πολύ λόγω των πολυκατοικιών που έχουν ανεγερθεί».

Μετά τον θάνατο του Ισαάκ Δανιέλ, το κτίριο πέρασε στα χέρια των παιδιών του, επειδή όμως δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν τον φόρο κληρονομιάς, το υπουργείο Οικονομικών πήρε το κτίριο και το μετέτρεψε στην εφορία της εποχής. Έπειτα, όταν ο εμφύλιος έλαβε τέλος παραχωρήθηκε στο στρατό και ήταν το φρουραρχείο της πόλης.

Η ζωή στο σπίτι 

Ο πατέρας του μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Γεώργιος Χατζηδάκις εγκαθίσταται στην πόλη μαζί με την οικογένειά του, όπου ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Εκείνη την εποχή, η Ξάνθη ζει τη μεγάλη άνθηση του καπνεμπορίου και οι εμπορικές συνεργασίες που αναπτύσσονται με καπνεμπορικούς οίκους του εξωτερικού δημιουργούν ένα γόνιμο οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσε να εργαστεί ο Γεώργιος Χατζιδάκις.

Η οικογένεια Χατζιδάκι νοικιάζει τον δεύτερο όροφο του διατηρητέου κτιρίου «Grand Maison». Κατά ορισμένους, ο Μάνος γεννήθηκε σε αυτό, ενώ κατά κάποιους άλλους πέρασε ορισμένα από τα παιδικά του χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, όμως, στο σπίτι αυτό ο Χατζιδάκις ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι στον μαγικό κόσμο της μουσικής, χάρη στο μεγάλο πιάνο που υπήρχε στο σπίτι και στα πρώτα μαθήματα που πήρε από την Αρμένισα δασκάλα μουσικής Άννα Αλτουνιάν. Στον ίδιο δρόμο που βρισκόταν το αρχοντικό, στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, υπήρχε και το μοναδικό ιδιωτικό σχολείο της Ξάνθης, όπου ο Μάνος έμαθε τα πρώτα γράμματα. Το 1932, η οικογένεια Χατζιδάκι εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα.

Σήμερα, στον δεύτερο όροφο του κτιρίου, παλιές φωτογραφίες του Μάνου Χατζιδάκι και της οικογενείας του, της Αρμένισσας δασκάλας του, όπως επίσης παρτιτούρες των έργων του, ιδιόχειρες μουσικές σημειώσεις και λιγοστά προσωπικά αντικείμενα μαρτυρούν το πέρασμα του μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη από τους χώρους του σπιτιού που αναμφισβήτητα σημαδεύτηκε από την παρουσία του.

Πηγή: ΑΠΕ ΜΠΕ/ Β. Λωλίδης

Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν είναι μόνο το μουσικό του έργο, αλλά και τα βιβλία του – η ποιητική αύρα της γραφής του και το κριτικό και καυστικό της πνεύμα.

Τα βιβλία του αποτυπώνουν τον συνεχή προβληματισμό του για τέχνη, για την κοινωνία και για την πολιτική, καθώς και την αδιάκοπη ανησυχία του για την εμπορευματοποίηση του πολιτισμού. Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Χατζιδάκι (1925) τιμούμε σήμερα ενώ μια τεσσαρακονταετία περίπου μας χωρίζει από την εποχή κατά την οποία εκφωνούσε τα σχόλιά του στο πρωτοποριακό υπό τη διεύθυνσή του, Τρίτο Πρόγραμμα. Κι έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε ξανά ή να διαβάσουμε τώρα (εξαρτάται από την ηλικία και από τη γενιά) τον ραδιοφωνικό του λόγο αποτυπωμένο σε βιβλίο με τίτλο «Τα σχόλια του Τρίτου», που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Ίκαρος. Πρόκειται για τα σχόλια που διάβαζε ο Χατζιδάκις από το Τρίτο Πρόγραμμα κάθε Κυριακή μεσημέρι, μεταξύ Μαΐου του 1978 και Απριλίου του 1980 και τα οποία κυκλοφόρησαν πρώτη φορά το 1980 από τις εκδόσεις Εξάντας σε επιμέλεια του Γιώργου Χρονά.

 

Το σημαντικότερο στο βιβλίο είναι η προφορικότητα του Χατζιδάκι – μπορεί να εκφωνούσε τα σχόλια βασισμένος σε δακτυλόγραφα διορθωμένα την τελευταία στιγμή με το χέρι πλην ο λόγος του διέθετε τη ζωντάνια, την αμεσότητα μα και τη χαριτωμένη (γιατί όχι και κομψή) αστάθεια της προφορικής συνομιλίας, της κοντινής, φιλικής επαφής και της σχεδόν εξομολογητικής κουβέντας. Έτσι ο Χατζιδάκις θα καλύψει με το περιπαικτικό (ποτέ όντως προσβλητικό) του ύφος, καθώς και με τις αναπάντεχες και κατά κανόνα αντισυμβατικές απόψεις του, κρίσιμα ζητήματα του πολιτισμού και της πολιτιστικής παραγωγής κατά τη διάρκεια των πρώτων μεταπολιτευτικών ετών – πάντοτε μέσα από ένα διευρυμένο, ανοιχτό και δημοκρατικό πολιτικό βλέμμα. Στον Χατζιδάκι δεν άρεσαν οι κομματικές συγκρούσεις και οι παραταξιακοί καβγάδες, υποψιαζόταν μονίμως τις κρατικές προθέσεις, απεχθανόταν τις φλύαρες δημόσιες δεσμεύσεις και ήταν έτοιμος ανά πάσα στιγμή, να απορρίψει διαρρήδην οιοδήποτε γραφειοκρατικό τερτίπι ή να τα βάλει ακόμα και με τη διοίκηση της τότε κρατικής μόνο τηλεόρασης – έστω κι αν διευθύνοντας το Τρίτο Πρόγραμμα είχε να αντιμετωπίσει πολλαπλή, έντονη και από ποικίλες διευθύνσεις προερχόμενη κριτική.

Ξεκινώντας από τον δικό του ναό, τον κόσμο της μουσικής, ο Χατζιδάκις θα δηλώσει ευθέως πως η ιστορία της μουσικής εν Ελλάδι είναι για κλάματα, είτε σκεφτούμε τα εμβατήρια και τα ωδεία είτε οιαδήποτε δημόσια διοργάνωση: είναι όλες και όλα θλιβερά επειδή με τη σοβαροφάνεια και τις κεφαλαιώδεις παραλείψεις τους αγνοούν τόσο την κλασική μουσική όσο και τη λαϊκή δημιουργία, βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κουλτούρα. Ο Χατζιδάκις ένιωθε, μια και το λέμε, πολύ διστακτικός με την παράδοση – τον ενοχλούσε διότι συνδεόταν επιτακτικά με αμφίβολες, τουλάχιστον ρητορικές και κούφιες διακηρύξεις` επειδή κάτω από τα σεβάσμια ρούχα της κρύβονταν η άγνοια και η οπισθοδρόμηση` διότι η ίδια μετατρεπόταν σε πηγή ανάσχεσης της συγκροτημένης έρευνας για τις όντως ξεχασμένες αξίες όχι μόνο του απώτερου παρελθόντος, αλλά και του εκ του σύνεγγυς παρόντος. Αξίες που ζητούν επίμονα την αναζωογόνηση, την επανεκκίνηση και τον εδραίο εμπλουτισμό τους.

Άλλο βιβλίο του Χατζιδάκι είναι «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», που κυκλοφόρησε το 1988 και πάλι από τον Ίκαρο. Θα βρούμε εδώ συνομιλία του Χατζιδάκι με τον Λεωνίδα Κύρκο και συνέντευξή του με τον Μωρίς Μπεζάρ. Επίσης, συνέντευξη του Αντώνη Φωστιέρη και του Θανάση Νιάρχου με τον Χατζιδάκι και συνέντευξη του τελευταίου προς τον Θανάση Φωσκαρίνη. Τα υπόλοιπα κείμενα είναι δοκίμια, άρθρα και ομιλίες του Χατζιδάκι για τους Φεντερίκο Φελίνι, Νίνο Ρότα, Κάρολο Κουν, Νίκο Γκάτσο, Μάτση Χατζηλαζάρου, Οδυσσέα Ελύτη, Γιάννη Μόραλη, Γιάννη Τσαρούχη και Ζυλ Ντασέν. Επίσης, δοκίμια του Χατζιδάκι για το τραγούδι, για την τέχνη, για τη μουσική, για τη δημοκρατία και για την πολιτική. Στο βιβλίο περιέχονται και εξήντα πέντε φωτογραφίες σχολιασμένες από τον Χατζιδάκι. Φωτογραφίες από τη ζωή του, αλλά και φωτογραφίες καλλιτεχνών που θαύμαζε και επηρεάστηκε από αυτούς, όπως οι Κουρτ Βάιλ, Ζαν Κοκτώ, Ιγκόρ Στραβίνσκι, Αρθούρος Ρεμπώ, Βασίλης Τσισάνης, Τόμας Μαν, Φραντς Σούμπερτ, Γιώργος Σεφέρης και Κοσμάς Πολίτης.

Πέρα από τα συγκεκριμένα βιβλία, σημαντικά κείμενα του Χατζιδάκι έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες, όπου ο ίδιος αναλύει τις απόψεις του για τη μουσική και την ποίηση. Σε αυτά τα κείμενα, ο Χατζιδάκις εξηγεί τη φιλοσοφία του για το ελληνικό τραγούδι, για την επιρροή της ποίησης στο έργο του και για την ανάγκη για έναν πολιτισμό που θα εμπνέεται από τις ρίζες του.

Πηγή: ΑΠΕ ΜΠΕ/    Β. Χατζηβασιλείου

NEWS