Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε συζήτηση με τον συγγραφέα Daniel Mendelsohn, στο πλαίσιο του συνεδρίου «Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη», που διοργανώνει η εφημερίδα «Το Βήμα», στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετείχε σε συζήτηση με τον συγγραφέα Daniel Mendelsohn, στο πλαίσιο του συνεδρίου «Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη», που διοργανώνει η εφημερίδα «Το Βήμα», στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τη συζήτηση συντόνισε ο Διευθυντής της εφημερίδας «Το Βήμα», Περικλής Δημητρολόπουλος. Ακολουθούν οι τοποθετήσεις του Πρωθυπουργού (ανεπίσημη μετάφραση από τα αγγλικά):
Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, κληθείς να σχολιάσει την ταινία «Οδύσσεια» του σκηνοθέτη Κρίστοφερ Νόλαν, ο Πρωθυπουργός σημείωσε:
Σας ευχαριστώ πολύ που μας φιλοξενείτε σε αυτή την υπέροχη αίθουσα. Είναι πραγματική χαρά να μπορώ να μοιραστώ τη σκηνή με κάποιον που ενδιαφέρεται τόσο παθιασμένα για την ελληνική ιστορία, τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική κληρονομιά, την ελληνική λογοτεχνία, και ο οποίος, νομίζω, έχει επίσης σχολιάσει την ταινία.
Δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου, αλλά αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι, εξ ορισμού, δεν είναι εύκολο να συμπυκνώσει κανείς σε τρεις ώρες ένα επικό ποίημα που επιβιώνει επί 3.000 χρόνια. Πρέπει, λοιπόν, να έχουμε υπόψη μας αυτό που, κατά τη γνώμη μου, ο Κρίστοφερ Νόλαν προσπάθησε να πετύχει στη δική του εκδοχή της «Οδύσσειας».
Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι η κινηματογραφία ήταν τρομερά εντυπωσιακή. Και, φυσικά, αυτό που βρίσκω συναρπαστικό είναι ότι η ίδια η «Οδύσσεια», επειδή ήταν μεγάλη εμπορική επιτυχία, αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τις κλασικές ελληνικές σπουδές, κάτι που βρίσκεται στον πυρήνα των προτεραιοτήτων μας ως κυβέρνηση.
Πρόκειται για μια ιστορία που, εκτιμώ, μας αγγίζει όλους, ίσως περισσότερο από την «Ιλιάδα». Το γεγονός ότι οι πωλήσεις της «Οδύσσειας» αυξήθηκαν κατακόρυφα μετά την προβολή της ταινίας δεν μπορεί παρά να είναι θετικό για την Ελλάδα, διότι πιστεύω ότι ως χώρα δεν έχουμε αξιοποιήσει όσο θα μπορούσαμε την απίστευτη ιστορία μας και, ειδικότερα, την πολιτιστική μας κληρονομιά.
Και βέβαια, δεν υπάρχει καλύτερη μορφή δωρεάν διαφήμισης για την Ελλάδα από μια ταινία που γυρίστηκε εν μέρει στην Ελλάδα και που αφηγείται μια ιδιαίτερα αντιπροσωπευτική ελληνική ιστορία. Όσον αφορά λοιπόν τις πιο βαθυστόχαστες κριτικές για την ταινία, θα το αφήσω αυτό στον Daniel, αλλά από τη σκοπιά ενός Πρωθυπουργού, δεν μπορώ παρά να χαίρομαι για το γεγονός ότι η «Οδύσσεια» γνώρισε τέτοια επιτυχία, και επίσης επιβεβαιώνει όλα τα κίνητρα που έχουμε δώσει στη διεθνή κινηματογραφική βιομηχανία για να έρθει και να γυρίσει ταινίες στην Ελλάδα.
Πρόκειται για έναν τομέα που ανθεί στην Ελλάδα, δημιουργεί πολλές θέσεις εργασίας. Και όσο περισσότερο εντασσόμαστε στον χώρο των δημιουργικών τεχνών και της νέας κινηματογραφικής βιομηχανίας, τόσο καλύτερο, φυσικά, θα είναι για τη χώρα.
Ερωτηθείς αν έχει υπάρξει πρόοδος στις συζητήσεις όσον αφορά την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Αθήνα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επισήμανε:
Θα ήθελα να υπενθυμίσω στο ακροατήριό μας ότι το πρώτο αίτημα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα υποβλήθηκε το 1836, και έχουν περάσει, όπως γνωρίζετε, σχεδόν δύο αιώνες χωρίς να έχει σημειωθεί ιδιαίτερα μεγάλη πρόοδος. Προτιμώ να χρησιμοποιώ τον όρο «επανένωση» αντί για τον όρο «επιστροφή», επειδή θα ήθελα να βλέπω τα Γλυπτά του Παρθενώνα ως μια μοναδική περίπτωση. Ουσιαστικά, αποτελούν μέρος ενός μνημείου που διαμελίστηκε. Είναι σαφές ότι εκλάπησαν από τον Λόρδο Έλγιν. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό.
Δεν νομίζω, λοιπόν, ότι μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πραγματικά το ζήτημα της ιδιοκτησίας, αλλά αυτό δεν αφορά μόνο το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Ο Παρθενώνας είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο, όχι μόνο του ελληνικού πολιτισμού αλλά της ανθρωπότητας, θα έλεγα. Εμφανίζεται, ξέρετε, στο λογότυπο της UNESCO. Είναι, λοιπόν, ένα μοναδικό μνημείο αυτό καθαυτό. Αφηγείται επίσης την ιστορία της πρώτης δημοκρατίας στην ιστορία. Ο Παρθενώνας δεν ήταν απλώς ένας ναός αφιερωμένος στη θεά Αθηνά, προστάτιδα της πόλης. Αφηγείται επίσης την ιστορία της αθηναϊκής δημοκρατίας στο απόγειό της.
Αν λοιπόν παρατηρήσετε τη ζωφόρο, που αποτελεί ένα εκπληκτικό δημιούργημα, πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι η ζωφόρος βρισκόταν στον σηκό του Παρθενώνα, σε σημείο όπου δεν ήταν εύκολα ορατή, αλλά καταβλήθηκε τεράστια προσπάθεια για τη δημιουργία μιας ενιαίας αφήγησης που ουσιαστικά διηγούνταν την ιστορία απλών πολιτών που τιμούσαν τους θεούς τους μέσω της πομπής των Παναθηναίων.
Θα έλεγα λοιπόν ότι σε μια εποχή που η δημοκρατία αμφισβητείται τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά, αυτή η ιστορία έχει μία ιδιαίτερη παγκόσμια πολιτική απήχηση. Και γι’ αυτό πιστεύω ότι η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα στο Μουσείο της Ακρόπολης αποτελεί ένα τόσο επίκαιρο θέμα και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μοναδική περίπτωση.
Δεν υποστηρίζουμε ότι πρέπει να αδειάσουν τα μεγάλα και παγκοσμίου εμβέλειας μουσεία ανά τον κόσμο. Θέλουμε όμως να εκθέσουμε τα επιχειρήματά μας, ότι η περίπτωση των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι πραγματικά μοναδική και ότι η επανένωσή τους στην Αθήνα θα αποτελούσε επίσης ένα προηγούμενο για μια μοναδική πολιτιστική συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου, και ειδικότερα μεταξύ της Ελλάδας και του Βρετανικού Μουσείου.
Τώρα, στο ερώτημά σας. Ναι, έχουμε κάνει συζητήσεις. Δυστυχώς, δεν έχουν προχωρήσει. Θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής. Θα παρουσιάσουμε με μεγαλύτερη ένταση τις αξιώσεις μας, όχι μόνο προς το Βρετανικό Μουσείο αλλά και προς τη Βρετανική Κυβέρνηση, διότι υπάρχει νόμος του 1963 ο οποίος ουσιαστικά απαγορεύει στο Βρετανικό Μουσείο να εκχωρεί μόνιμα αντικείμενα που αποτελούν μέρος της συλλογής του. Επομένως, θα χρειαζόμασταν μια εξαίρεση, μια τροποποίηση του νόμου, και αυτό είναι κάτι που μόνο μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να εφαρμόσει.
Θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω στο ακροατήριο ότι ο νέος Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου είχε υποστηρίξει κατηγορηματικά την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα πριν αναλάβει τα καθήκοντά του.
Θα ήθελα, ωστόσο, να παρουσιάσω αυτό το ζήτημα ως μια πρόταση που ωφελεί και τις δύο πλευρές (win-win). Θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στο Βρετανικό Μουσείο μια μοναδική πολιτιστική συνεργασία. Θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στο Βρετανικό Μουσείο δυνατότητες ως προς προσωρινές εκθέσεις ελληνικών θησαυρών που δεν έχουν βγει ποτέ από τη χώρα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε -και ίσως το συζητήσουμε αυτό- ότι στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο πραγματοποιείται μια εντυπωσιακή ανακαίνιση, που σημαίνει ότι θα παραμείνει κλειστό για χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι αντικείμενα από τη συλλογή του θα είναι διαθέσιμα προς αξιοποίηση στο πλαίσιο μιας πρωτοβουλίας πολιτιστικής διπλωματίας, και σίγουρα θα θέσω το ζήτημα αυτό με μεγάλη έμφαση στον Βρετανό Πρωθυπουργό όταν τον συναντήσω.
Πιστεύω ότι έχει έρθει η ώρα. Η βρετανική κοινή γνώμη υποστηρίζει την επανένωση των Γλυπτών, και πιστεύω ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να ασκήσουμε πίεση προς αυτή την κατεύθυνση.
Μια τελευταία σκέψη. Όσοι από εμάς λυπηθήκαμε όταν είδαμε το Ηνωμένο Βασίλειο να αποχωρεί από την ευρωπαϊκή οικογένεια, παρακολουθήσαμε με μεγάλο ενδιαφέρον τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με τις οποίες οραματίζεται μια ισχυρότερη σχέση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρώπης. Τα Γλυπτά του Παρθενώνα θα αποτελέσουν μέρος αυτής της συζήτησης. Αυτό δεν είναι απλώς ένα ζήτημα για την Ελλάδα, είναι ένα ζήτημα για την Ευρώπη.
Συμπληρωματικά, ο Πρωθυπουργός σημείωσε:
Το κύριο ζήτημα είναι πού μπορείς να τα δεις καλύτερα και σε ποιο πλαίσιο πρέπει να τα δεις. Όταν έχεις ένα μνημείο που έχει διαμελιστεί -και έχουμε χτίσει ένα υπέροχο μουσείο για να διασφαλίσουμε ότι αυτά τα Γλυπτά θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην Αθήνα, ώστε να τα βλέπει κανείς σε οπτική επαφή με το μνημείο για το οποίο αρχικά κατασκευάστηκαν, σμιλεύτηκαν από μάρμαρο- θεωρώ ότι αυτό είναι ιδιαίτερα πειστικό επιχείρημα.
Σε ερώτηση για την έλλειψη δημοσίου χώρου και κατ’ επέκταση το στεγαστικό ζήτημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε:
Η Αθήνα είναι μια συναρπαστική πόλη με πραγματικά μοναδική ιστορία. Είναι επίσης, θα μπορούσε να πει κανείς, μια αρκετά χαοτική πόλη, που αναπτύχθηκε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, σε μια εποχή που υπήρχε μεγάλη ανάγκη για στέγαση, χωρίς ιδιαίτερο πολεοδομικό σχεδιασμό, πέρα από αυτόν που υπάρχει στο κέντρο της Αθήνας. Φέρει, λοιπόν, μία «κληρονομιά» αιώνων και θα πρέπει ουσιαστικά να αντιμετωπίζεται ως ένα ζωντανό μουσείο. Οι παρεμβάσεις που μπορεί κανείς να κάνει περιορίζονται από την ίδια τη φύση της πόλης.
Θα έλεγα ότι όσα έχουμε κάνει, καταρχάς, στους αρχαιολογικούς μας χώρους -η Αθήνα είναι ένα υπαίθριο μουσείο- είναι πραγματικά μοναδικά. Αυτή, λοιπόν, η έμφαση στην ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, την οποία ουσιαστικά έχουμε σχεδόν ολοκληρώσει, οι παρεμβάσεις που έχουμε κάνει στην Αρχαία Αγορά, ώστε αυτοί οι χώροι να γίνουν πιο προσβάσιμοι και πιο ορατοί, όχι μόνο στους τουρίστες αλλά και στους ίδιους τους Αθηναίους, είναι από μόνες τους αρκετά σημαντικές.
Πέρα από αυτά, πρέπει να αναζητήσουμε και νέες ευκαιρίες. Καταρχάς, η πόλη ανοίγεται και πάλι προς τη θάλασσα. Ήταν παράξενο το γεγονός ότι η πόλη, η οποία έχει παραλιακό μέτωπο 50 χιλιομέτρων, από τον Πειραιά μέχρι το Σούνιο, είχε στραφεί προς τα μέσα. Αυτή, λοιπόν, η στροφή προς τη θάλασσα, με πολλούς νέους δημόσιους χώρους, νομίζω ότι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το νέο πάρκο που δημιουργούμε στο Φάληρο, το «Αέναον», είναι ενδεικτικό των προτεραιοτήτων.
Ταυτόχρονα, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι χώροι πρασίνου που έχουμε διατηρούνται και γίνονται πλήρως προσβάσιμοι στους Αθηναίους. Για παράδειγμα, δείτε τι κάνουμε στο Τατόι, όπου βρίσκονται οι παλιές βασιλικές κατοικίες και είχε εγκαταλειφθεί εντελώς, επειδή η Ελλάδα είχε πάντα μια περίπλοκη σχέση με τη βασιλεία. Θεωρήθηκε ότι ήταν σωστό να εγκαταλείψουμε εντελώς έναν τόπο που έχει ιστορική σημασία, αλλά είναι επίσης ένα μέρος όπου οι Αθηναίοι μπορούν να πάνε και να περάσουν λίγο χρόνο στη φύση, σχετικά κοντά στην Αθήνα.
Πρέπει, λοιπόν, να φροντίσουμε να διατηρήσουμε όσους χώρους πρασίνου διαθέτουμε, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει τη δημιουργία μικρών πάρκων στο κέντρο της Αθήνας, κάτι που επίσης αποτελεί αρμοδιότητα πρωτίστως του Δήμου.
Δυστυχώς, ο νυν Δήμαρχος δεν έχει κάνει πολλά προς αυτή την κατεύθυνση. Ακόμη και ένα μικρό πάρκο μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά σε μια πυκνοκατοικημένη γειτονιά. Η Αθήνα είναι μία πυκνοκατοικημένη πόλη και όπου μπορούμε να δημιουργήσουμε χώρους πρασίνου θα πρέπει να παίρνουμε την πρωτοβουλία και να το κάνουμε. Αυτό, όμως, αποτελεί πρωτίστως ευθύνη του Δήμου και λιγότερο της κεντρικής κυβέρνησης.
Μπορούμε να συζητήσουμε και για τη στεγαστική κρίση, τώρα ή αργότερα, όπως προτιμάτε.
Εντάξει, αν προτιμάτε το συζητάμε τώρα. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα, η ελληνική οικονομία, αναπτύχθηκε με σημαντικά υψηλότερο ρυθμό από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Η Ελλάδα δεν είχε στεγαστική κρίση κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Ήταν όμως αυτό καλό ή κακό; Ήταν καταστροφικό, επειδή η οικονομία βρισκόταν σε βαθιά ύφεση. Τώρα, λοιπόν, διαχειριζόμαστε ουσιαστικά τις παρενέργειες μιας εξέλιξης που είναι, στην ουσία, θετική. Αυτές οι παρενέργειες, όμως, πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Αντιμετωπίζουμε πρόβλημα προσφοράς και ζήτησης. Είμαστε μία από τις λίγες κυβερνήσεις, αν όχι η μόνη, που παρέχει άμεση ενίσχυση ενοικίου σε κάθε Έλληνα που νοικιάζει κύρια κατοικία στην Ελλάδα. Θα επιστρέψουμε, λοιπόν, τον Νοέμβριο ένα ολόκληρο ενοίκιο, ένα πλήρες μηνιαίο ενοίκιο, έως 800 ευρώ, σε κάθε άνθρωπο που νοικιάζει σπίτι στην Ελλάδα. Ουσιαστικά μειώνουμε το ενοίκιο κατά 8%. Πρόκειται για άμεση ενίσχυση, πέραν των άλλων μέτρων ενίσχυσης του εισοδήματος που προσφέρουμε.
Δεν μπορούμε, όμως, να λύσουμε το πρόβλημα μόνο με μέτρα που εστιάζουν στη ζήτηση. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη προσφορά. Έχουμε πολλές παλιές πολυκατοικίες στην Αθήνα. Η μεγάλη πρόκληση είναι πώς μπορούμε να δώσουμε κίνητρα στους ιδιοκτήτες διαμερισμάτων ώστε να τα αναβαθμίσουν και να τα διαθέσουν για μακροχρόνια αντί για βραχυχρόνια μίσθωση.
Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις είναι σημαντικές για την οικονομία, αλλά όπου χρειάζεται να θέσουμε περιορισμούς, θα πρέπει να το κάνουμε, όπως κάναμε στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας: καμία νέα άδεια για Airbnb στο κέντρο της Αθήνας και φορολογικά κίνητρα στους ιδιοκτήτες για να μετατρέψουν τις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε μακροχρόνιες.
Σημαίνει αυτό ότι έχουμε λύσει το πρόβλημα; Σε καμία περίπτωση, αλλά αυτό είναι ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα. Κοιτάξτε τι συμβαίνει στην Ισπανία, όπου η κατάσταση είναι, νομίζω, πολύ χειρότερη από ό,τι στην Ελλάδα. Μια σοσιαλιστική κυβέρνηση απέτυχε πλήρως να αντιμετωπίσει αυτή την κρίση.
Το λέω αυτό απλώς και μόνο επειδή η ισπανική κυβέρνηση παρουσιαζόταν από τα δικά μας σοσιαλιστικά κόμματα ως πρότυπο για τη διαχείριση της στεγαστικής κρίσης. Κατέληξε τελικά να καταρρεύσει επειδή δεν διαχειρίστηκε επιτυχώς τη στεγαστική κρίση.
Λέω, λοιπόν, ότι πρόκειται για ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα. Έχει πολλές διαστάσεις. Είναι σύνθετο. Και κάποια στιγμή πρέπει επίσης να διαμορφώσουμε κάποιου είδους πολιτική συμφωνία. Αν θέλουμε να χτίσουμε περισσότερο, ίσως χρειαστεί να δώσουμε κίνητρα. Και ένα από τα κίνητρα που μπορούμε να δώσουμε είναι να αυξήσουμε λίγο το ύψος των κτηρίων μας, επειδή αυτή είναι μια πυκνοκατοικημένη πόλη και δεν έχουμε χώρο.
Αν, λοιπόν, για παράδειγμα -διατυπώνω εδώ μια πρόταση- θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα νέο, ας πούμε, προϊόν για τον ιδιωτικό τομέα, ένα προϊόν «κατασκευής προς ενοικίαση» (built-to-rent), όπου οι εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων ουσιαστικά κατασκευάζουν ακίνητα αποκλειστικά για μακροχρόνια μίσθωση, θα μπορούσαμε να τους δώσουμε ένα μικρό κίνητρο: να τους επιτρέψουμε να χτίσουν περισσότερα τετραγωνικά μέτρα, αυξάνοντας ίσως το ύψος κατά έναν ή δύο ορόφους. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια λύση.
Το πρόβλημα είναι ότι, δυστυχώς, το ανώτατο δικαστήριό μας έχει εκδώσει αποφάσεις κατά κινήτρων αυτού του είδους. Πρέπει, λοιπόν, να φροντίσουμε να συζητήσουμε και με το δικαστήριο και να συμφωνήσουμε πώς θα βρούμε ισορροπία ανάμεσα αφενός στην προστασία του περιβάλλοντος, που είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, και, αφετέρου, την ανάγκη εξασφάλισης στέγης, που αποτελεί επίσης συνταγματική υποχρέωση του κράτους.
Ερωτηθείς για τη δυνατότητα δημιουργίας ενός ψηφιακού δημόσιου χώρου στα πρότυπα της αρχαίας αγοράς των Αθηνών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε:
Το πρόβλημα με την ψηφιακή δημόσια σφαίρα, δυστυχώς, είναι ότι διαμορφώνεται από τους αλγορίθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τελικά δεν είναι ένας χώρος σαν την αρχαία αγορά, αλλά ένας «θάλαμος αντήχησης», πράγμα που σημαίνει ότι έρχεστε σε επαφή μόνο με ανθρώπους που έχουν τις ίδιες απόψεις. Και, δυστυχώς, λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης των ήδη διαμορφωμένων απόψεων ή προκαταλήψεών σας, αντί να αποτελεί χώρο ανοιχτής ανταλλαγής ιδεών. Αυτό είναι ένα θεμελιώδες πρόβλημα της σύγχρονης δημόσιας σφαίρας και, νομίζω, εξηγεί επίσης, σε κάποιον βαθμό, την πόλωση στην πολιτική.
Θα έλεγα ότι πιθανώς χρειαζόμαστε περισσότερους φυσικούς χώρους όπου οι πολίτες θα μπορούν να συγκεντρώνονται, να διαβουλεύονται, να συζητούν και να επιλύουν τοπικά προβλήματα. Σε μια εποχή που θα υπάρχει, πιστεύω, αυξανόμενος σκεπτικισμός απέναντι σε αυτή την ψηφιακή αγορά, θα υπάρχει και μια φυσική ανάγκη των ανθρώπων να ξαναβρεθούν, σε φυσική παρουσία.
Και πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι που, σε κάποιον βαθμό, βλέπουμε να εκδηλώνεται στην Ελλάδα. Πάντα με εντυπωσιάζει ο αριθμός των συλλόγων, των λεσχών, των ομάδων ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα που συναντιούνται στην Ελλάδα. Και πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι βαθύτατα υγιές σε μια εποχή που η επικοινωνία μας είναι κυρίως ψηφιακή. Όλες αυτές οι ευκαιρίες για τους πολίτες να συναντιούνται με φυσική παρουσία και, βέβαια, η υποχρέωση και του κράτους ή των Δήμων να δημιουργούν χώρους όπου οι άνθρωποι μπορούν να συγκεντρώνονται. Νομίζω ότι αυτές είναι σημαντικές προτεραιότητες.
Αναφερόμενος στην κατάσταση των μέσων μαζικής μεταφοράς στην Ελλάδα και στις επενδύσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, ο Πρωθυπουργός σημείωσε:
Καταρχάς αντιμετωπίζουμε μια μεγάλη κρίση όσον αφορά τις τιμές των ορυκτών καυσίμων και της βενζίνης. Δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα, είναι παγκόσμιο, είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Βεβαίως, όσο κι αν προσπαθούμε να ανακουφίσουμε τους πολίτες μας, εστιάζουμε πάντα, ιδιαίτερα στην Αθήνα, στο να στρέψουμε περισσότερους πολίτες προς τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Πρέπει, όμως, να προσφέρουμε ποιοτικές λύσεις αν θέλουμε να ενθαρρύνουμε τον κόσμο να αφήσει το αυτοκίνητό του και να χρησιμοποιήσει τα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Νομίζω ότι έχουμε σημειώσει πρόοδο σε πολλά μέτωπα. Πιστεύω ότι τα λεωφορεία μας βρίσκονται σε πολύ καλύτερη κατάσταση, πρόκειται για αντικειμενική παρατήρηση, αρκεί να κοιτάξετε γύρω σας. Τα περισσότερα λεωφορεία είναι πλέον καινούργια, είναι ηλεκτρικά. Έχουμε, λοιπόν, αντικαταστήσει το μεγαλύτερο μέρος του στόλου των παλιών λεωφορείων με σύγχρονα λεωφορεία, φιλικά προς το περιβάλλον και πλήρως προσβάσιμα σε άτομα με αναπηρία. Η επόμενη πρόκληση είναι να αυξήσουμε τη συχνότητα των δρομολογίων. Γιατί, αν πρέπει να περιμένετε μισή ώρα για ένα λεωφορείο, αυτό δεν θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Αυτό που κάναμε, λοιπόν, ήταν να εξετάσουμε τις 20 πιο πολυχρησιμοποιημένες γραμμές και να πούμε: «Τι πρέπει να κάνουμε για να αυξήσουμε τη συχνότητα των δρομολογίων σε αυτές τις γραμμές;». Νομίζω ότι ήδη αρχίζουμε να βλέπουμε κάποια πρώτα αποτελέσματα.
Βεβαίως, όμως, το μεγαλύτερο έργο δημόσιων επενδύσεων αυτή τη στιγμή στην Αθήνα είναι το Μετρό. Όπως γνωρίζετε, κατασκευάζουμε μια νέα γραμμή, εξαιρετικά σύνθετο έργο από τεχνικής άποψης, μπορείτε να το φανταστείτε. Θα υπάρξουν καθυστερήσεις, το έχουμε αναγνωρίσει αυτό. Ουσιαστικά κατασκευάζουμε νέους σταθμούς στο κέντρο της πόλης.
Μακροπρόθεσμα, όμως, το Μετρό, το υπόγειο δίκτυο είναι αυτά που θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της κυκλοφοριακής συμφόρησης, επειδή δεν υπάρχει κάποια προφανής βραχυπρόθεσμη λύση.
Και, βέβαια, πρέπει να επενδύσουμε στην αύξηση της συχνότητας των δρομολογίων στις υπάρχουσες γραμμές του Μετρό, αλλά και στην αναβάθμιση της Γραμμής 1, του παλιού Ηλεκτρικού, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση.
Παραλάβαμε τον πρώτο νέο συρμό. Ανακαινίσαμε πλήρως τους υπάρχοντες. Θα παραλάβουμε τους πρώτους 14 συρμούς μέσα στον επόμενο χρόνο. Κι αυτό αποτελεί προτεραιότητα.
Τέλος, πρέπει επίσης να διασφαλίσουμε ότι οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι ασφαλείς. Έχουμε δημιουργήσει μια ειδική μονάδα της Αστυνομίας για να επιτηρεί και να έχει παρουσία στα μέσα μαζικής μεταφοράς, ιδιαίτερα στις περιοχές της Αθήνας όπου υπάρχει μεγαλύτερη εγκληματικότητα, στα δυτικά, επειδή θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι ο κόσμος θα αισθάνεται και ασφαλής.
Και το γεγονός ότι, για παράδειγμα, ότι τα μέσα μαζικής μεταφοράς λειτουργούν όλο το 24ωρο τα Σάββατα στην Αθήνα είναι σημαντικό. Δείχνει επίσης ότι η πολιτική μας για τη μείωση των θανάτων από τροχαία δυστυχήματα πράγματι αποδίδει. Έχουμε περίπου 30% λιγότερους θανάτους σε σχέση με πριν από δύο χρόνια, επειδή το θέσαμε ως κυβερνητική προτεραιότητα.
Οπότε, για ένα νεαρό παιδί, αντί, ξέρετε, στις 3:00 το πρωί να πρέπει να ανησυχεί για το αν έχει πιει και να ανεβαίνει στη μηχανή του, προτιμώ πολύ περισσότερο να πάρει το Μετρό και να επιστρέψει με ασφάλεια στο σπίτι του.
Ερωτηθείς αν οι δημοκρατικές αξίες της αρχαίας Αθήνας επιβιώνουν στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες, ο Πρωθυπουργός απάντησε:
Πιστεύω ότι η ανάλυσή σας είναι ενδιαφέρουσα και απόλυτα ορθή. Δεν πήγαμε απευθείας από την αθηναϊκή δημοκρατία στη σύγχρονη δημοκρατία. Η σύγχρονη δημοκρατία βασίζεται στην παράδοση του κέντρου, του πολιτικού φιλελευθερισμού, η οποία έχει δημιουργήσει αυτή την ισορροπία μεταξύ της βούλησης των πολιτών, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της προστασίας των μειονοτήτων, της διάκρισης των εξουσιών. Υπάρχει, λοιπόν, ένα πλούσιο πνευματικό κεφάλαιο που έχει δημιουργηθεί ανά τους αιώνες για να φτάσουμε στο σημείο όπου βρισκόμαστε σήμερα.
Συμφωνώ, όμως, μαζί σας ότι είναι ενδιαφέρον να εξετάζουμε τις αποτυχίες της δημοκρατίας, τις οποίες μάλιστα είχαν επισημάνει και οι αρχαίοι στοχαστές, μεταξύ των οποίων και ο Αριστοτέλης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, τελικά, ο λαός δεν έχει πάντα δίκιο: οι Αθηναίοι ψήφισαν υπέρ της εκστρατείας στη Σικελία επειδή χειραγωγήθηκαν από έναν λαϊκιστή. Ο Θουκυδίδης έχει αυτή την απίστευτη φράση, όταν επιστρέφουν κατεστραμμένοι και παραπονιούνται και ψάχνουν ποιος ήταν υπεύθυνος. Σημειώνει: σαν να μην είχαν ψηφίσει οι ίδιοι υπέρ αυτής. Ο Θουκυδίδης, λοιπόν, έχει πλήρη επίγνωση και είναι ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στον λαό και στην απόφαση που πήρε εκείνη την εποχή.
Συνεπώς, υπό αυτή την έννοια, πιστεύω ότι σε αυτήν την κριτική για τα μειονεκτήματα της δημοκρατίας, την κυριαρχία του όχλου, κατέληξαν και άλλοι στοχαστές. Αν δείτε τους ιδρυτές των ΗΠΑ, που επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από την αρχαία Ελλάδα, αν διαβάσετε τη σειρά πολιτικών δημοσιευμάτων που είναι γνωστά ως «Federalist Papers», αυτά είναι απίστευτα εξειδικευμένα κείμενα όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οικοδομείται μια δημοκρατία, περιορίζοντας, δεν θα έλεγα τις παρενέργειες, αλλά το ενδεχόμενο ακούσιων συνεπειών.
Άρα, η μελέτη της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας και το γιατί είναι επίκαιρη σήμερα, πιστεύω, αποτελεί ένα ενδιαφέρον θέμα.
Προσωπικά, είμαι πολύ χαρούμενος γιατί υπάρχει μια έδρα στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ που φέρει το όνομα του πατέρα μου. Και ο καθηγητής στο Στάνφορντ, ο Josiah Ober, είναι πραγματικά γοητευμένος με το να εξηγεί γιατί η αθηναϊκή δημοκρατία είναι και πάλι επίκαιρη σήμερα.
Ασφαλώς, αυτό μας δίνει ως Έλληνες μια ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη συζήτηση για το μέλλον της δημοκρατίας. Όχι μόνο ως τόπος, όπως δείχνει το σημερινό συνέδριο είναι πιο εύκολο να πείσετε κάποιον να έρθει στην Αθήνα για να μιλήσει για τη δημοκρατία παρά να πάει σε κάποιο άλλο μέρος. Αλλά και για να δημιουργήσετε μια νέα γενιά μελετητών που επικεντρώνονται σε αυτά τα ζητήματα και των οποίων η συνεισφορά θα μπορούσε να είναι πολύ σημαντική και σε εμάς, τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Σε ερώτηση για το πώς η πολιτική ηγεσία μπορεί να υπερασπιστεί την πνευματική και πολιτιστική παράδοση και κληρονομιά στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε:
Σκεφτόμουν ότι σε μια εποχή που η γνώση είναι τόσο εύκολα προσβάσιμη και οι βασικές δεξιότητες μπορούν να αναπαραχθούν από την τεχνητή νοημοσύνη, ίσως να είναι πιο ενδιαφέρον να επανεξετάσουμε τις κλασικές σπουδές μέσα από μια διαφορετική οπτική. Να δώσω ένα παράδειγμα μόνο: μήπως θα έπρεπε, ξέρετε, οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης να προσλαμβάνουν φιλοσόφους για να εκπαιδεύσουν τα μοντέλα τους και να αποδώσουν τη σωστή βαρύτητα στις ηθικές επιπτώσεις των αποφάσεων που λαμβάνουν αυτά τα μοντέλα;
Ποιος θα φανταζόταν ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο: πριν από τρία χρόνια λέγαμε στα παιδιά μας να γίνουν προγραμματιστές, και ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε ότι ενώ η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί σίγουρα να γράφει κώδικα καλύτερα από τους καλύτερους προγραμματιστές, δεν μπορεί να απαντήσει σε θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με την ηθική, την επιλογή, τη δεοντολογία και τις προτιμήσεις. Και θα πρέπει να έχεις διδαχθεί κλασική φιλοσοφία για να είσαι σε θέση να απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα.
Αναφερθήκατε σε αυτή την επιθυμία, σε μια εποχή που όλοι νιώθουμε ενθουσιασμό, αλλά και απειλή από αυτή τη νέα τεχνολογία. Πιστεύω ότι υπάρχει ανάγκη να στραφούμε σε αυτό που είναι πραγματικά αληθινό και στον τρόπο με τον οποίο μπορούμε και εμείς προσωπικά να ασχοληθούμε με ενδιαφέρουσες ιδέες και σκέψεις. Αποτελεί πρόκληση για όλους μας η υπεράσπιση αυτού που ονομάζουμε «φιλελεύθερη εκπαίδευση», η οποία αποτελεί μεγάλη πρόκληση και για τα φιλελεύθερα κολέγια στις ΗΠΑ.
Το να έχεις μια ευρεία εκπαίδευση, που σε διδάσκει πώς να σκέφτεσαι και να συλλογίζεσαι και να σου παρέχει βασικές γνώσεις για τον κόσμο και τον τρόπο που λειτουργεί, θα μπορούσε να είναι πολύ πιο σημαντικό σε μια εποχή που μια συγκεκριμένη δεξιότητα μπορεί να αντικατασταθεί από έναν πράκτορα τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό ήδη συμβαίνει.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι ενδέχεται να δούμε αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τη μελέτη όχι μόνο των κλασικών σπουδών, αλλά και γι’ αυτό που αποκαλούμε παραδοσιακό πρόγραμμα ανθρωπιστικής εκπαίδευσης, το οποίο παραδοσιακά ξεκινά πάντα με τα κλασικά κείμενα, και ότι θα δούμε περισσότερα μικρά παιδιά να ασχολούνται με αυτό.
Όμως βέβαια και η απειλή, το πώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτόμαστε ή μπορεί αντικαταστήσει τη σκέψη μας, αυτό αποτελεί μεγάλη πρόκληση για όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Όταν σπούδαζα στο Χάρβαρντ έπρεπε να διαβάζουμε σημαντικούς κοινωνικούς επιστήμονες, τα πρωτότυπα κείμενα. Αυτό ήταν το πρόγραμμα σπουδών. Δεν διάβαζες τίποτα άλλο, διάβαζες μόνο αυτά και έπρεπε να γράψεις μια εργασία. Τώρα, το να γράψεις μια εργασία μπορεί να είναι κάτι που ένας πράκτορας τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να κάνει πάρα πολύ αποτελεσματικά και πολύ γρήγορα.
Και ο πειρασμός να υποκύψουμε στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για να αντικαταστήσουμε τη διαδικασία της σκέψης μας θα υπάρχει πάντα. Αυτό είναι κάτι που μας απασχολεί όλους μας: τους εκπαιδευτικούς, τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής που νοιάζονται για το μέλλον της εκπαίδευσης.
Μακάρι να είχα μια εύκολη απάντηση, εκτός από το να ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας να γνωρίσουν την ομορφιά της ανάγνωσης ενός δύσκολου κειμένου, να «παλέψουν» μαζί του και να νιώσουν εκείνη την ανατριχίλα που προκαλείται όταν ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι κατέκτησες νέα γνώση. Αυτό, όμως, απαιτεί χρόνο και προσπάθεια.
