Με απόφαση της γενικής διεύθυνσης Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος, το WWF Ελλάς ορίστηκε ως «Ανάδοχος Αναδάσωσης» για την ολιστική προσέγγιση της αποκατάστασης του συνόλου των δασικών οικοσυστημάτων που επηρεάστηκαν από την πυρκαγιά του 2023. Όπως τονίζει ο κ. Βαγγέλης Γκουντούφας, γενικός διευθυντής Δασών, ΥΠΕΝ, «μετά την καταστροφή κινηθήκαμε άμεσα και συντονισμένα προκειμένου να βοηθήσουμε τη φύση να αναγεννηθεί. Με εκτεταμένα έργα μέσω του προγράμματος Antinero, δημιουργήσαμε τις προϋποθέσεις, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε άμεσα πλημμυρκά φαινόμενα, να συγκρατήσουμε τα εδάφη, και να βοηθήσουμε τη φύση και τους ανθρώπους για την αναγέννηση της περιοχής. Σε συνεργασία με το WWF, συνεχίζουμε αυτή την προσπάθεια, η οποία φέρνει αποτελέσματα».
«Γίνεται μία πολύ μεγάλη δουλειά. Υλοποιήσαμε αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα, στα οποία χρησιμοποιούνται τα κλαδιά και οι κορμοί των καμένων δέντρων ως πρώτη ύλη – τα λεγόμενα κορμοδέματα, κλαδοπλέγματα και κορμοφράγματα είναι πολύ σημαντικά στην αποκατάσταση του δασικού οικοσυστήματος», εξηγεί ο Σταύρος Τσιλίκουνας, διευθυντής Δασικών Έργων και Υποδομών, ΥΠΕΝ. Όπως εξηγεί απ΄ την πλευρά του ο κ. Γεωργιάδης, ειδικά για τις διπλοκαμμένες περιοχές, καθώς ορισμένες είχαν καεί ξανά μόλις έναν χρόνο πριν, τα επόμενα δύο-τρία έτη θα είναι πολύ σημαντικά για τον τρόπο ανταπόκρισης της περιοχής. Μέχρι στιγμής, από τις πρώτες εικόνες και τις εργασίες πεδίου, τα πράγματα δείχνουν καλά σε αρκετές από αυτές. Όπως λέει ο υπεύθυνος του WWF: «Έγινε μια ταχεία, κοπιαστική αλλά άρτια έρευνα πεδίου για να αποσαφηνιστεί και να προβλεφθεί η μεταπυρική φυσική αναγέννηση και να εντοπιστούν επιπρόσθετες προβληματικές παράμετροι. Μπορούμε να πούμε πως η φυσική αναγέννηση της τραχείας πεύκης αναμένεται ικανοποιητική. Τα πλατύφυλλα τα πηγαίνουν περίφημα παντού, με πολύ καλή αναβλάστηση». Όπως λέει: «Παρόλο που αρκετά δασικά είδη έχουν μηχανισμούς φυσικής αναγέννησης, δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει παντού. Υπάρχουν εκτάσεις κωνοφόρων δέντρων που έχουν διεθνή σημασία και αποτελούν σημαντικά ενδιαιτήματα για την πανίδα, που δεν μπορούν να αναγεννηθούν φυσικά, όπως η μαύρη πεύκη. Γι’ αυτές τις περιοχές θα πρέπει να περάσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα – που μπορεί να ξεπεράσει και τα 3 χρόνια – ώστε να δούμε αν τα γύρω άκαυτα άτομα μπορούν να βοηθήσουν με τη φυσική μεταφορά σπόρων στη φυσική αποκατάσταση. Στη συνέχεια, θα πρέπει να δούμε αν θα χρειαστούν μαζικές ή στοχευμένες και επιλεκτικές φυτεύσεις εμπλουτισμού». Σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, «καθώς θα περνά ο χρόνος, είναι πιθανό ότι και άλλες εκτάσεις ίσως χρειαστούν ανθρώπινη βοήθεια για να τα καταφέρουν. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η μελέτη έχει ορίσει πολύ συγκεκριμένες περιοχές παρακολούθησης, για να δούμε πού και πώς θα πρέπει πιθανά να επέμβουμε στο μέλλον», ενώ ήδη έχει πραγματοποιηθεί τεχνητή αναδάσωση σε πάνω από 1.000 στρέμματα στην περιοχή.
Η Δαδιά αναγεννάται από τις στάχτες της
72
