Σε μια ιστορική συμφωνία κατέληξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτρέποντας την έναρξη ενός σφοδρού εμπορικού πολέμου, ο οποίος απειλούσε να πλήξει τη διατλαντική οικονομία σε μια περίοδο ήδη αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων. Η συμφωνία προβλέπει την επιβολή δασμών ύψους 15% στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινήτων, ενώ εξαιρεί κρίσιμους τομείς όπως η φαρμακευτική βιομηχανία και τα βασικά μέταλλα.
https://x.com/vonderleyen/status/1949540436659286179
Η ανακοίνωση της συμφωνίας έγινε από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, αμέσως μετά τη συνάντησή του με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία πραγματοποιήθηκε στη Σκωτία. «Νομίζω ότι ουσιαστικά αυτή είναι η τελική συμφωνία. Είναι η μεγαλύτερη απ’ όλες», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ σε δημοσιογράφους, αφήνοντας να εννοηθεί ότι πρόκειται για στρατηγικής σημασίας επίτευγμα της διοίκησής του. Από την πλευρά της, η φον ντερ Λάιεν σημείωσε ότι η συμφωνία «θα φέρει σταθερότητα και προβλεψιμότητα» για τις ευρωατλαντικές σχέσεις.
Ένας εμπορικός πόλεμος απετράπη την τελευταία στιγμή
Η συμφωνία ήρθε κυριολεκτικά στο παρά πέντε. Η προθεσμία που είχε θέσει η Ουάσινγκτον για την επιβολή δασμών 50% σε σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά προϊόντα εξέπνεε σε λίγες ημέρες. Ο πρόεδρος Τραμπ είχε αρχικά απειλήσει με υπερδιπλασιασμό των υπαρχόντων δασμών, ανεβάζοντας τον πήχη στο 50%, προτού υποχωρήσει στο 30% —μέτρο που λειτούργησε περισσότερο ως διαπραγματευτικός μοχλός πίεσης παρά ως τελική επιλογή.
Η πίεση αυτή φαίνεται πως επέδρασε καταλυτικά στις διαπραγματεύσεις, οι οποίες, αν και ξεκίνησαν με ιδιαίτερα συγκρουσιακούς όρους, οδήγησαν τελικά σε έναν «ασύμμετρο αλλά αναγκαίο συμβιβασμό», όπως τον χαρακτήρισε αξιωματούχος της Κομισιόν.
Η τελική συμφωνία προβλέπει ότι η ΕΕ αποδέχεται έναν ενιαίο δασμολογικό συντελεστή 15% για το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της προς τις ΗΠΑ, ενώ η Ουάσινγκτον δεσμεύεται να ανοίξει τις αγορές της σε επιλεγμένα ευρωπαϊκά προϊόντα με μηδενικούς δασμούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι στον τομέα του χάλυβα και του αλουμινίου, οι ισχύοντες δασμοί παραμένουν αμετάβλητοι, καθώς θεωρούνται «ευαίσθητοι» από πλευράς αμερικανικής εθνικής ασφάλειας.
Ενεργειακά και στρατιωτικά ανταλλάγματα δισεκατομμυρίων
Πέρα από τους δασμούς, η συμφωνία περιλαμβάνει ένα ευρύ πλέγμα γεωοικονομικών και στρατηγικών ανταλλαγμάτων, ενισχύοντας σημαντικά την αμερικανική εξαγωγική πολιτική. Όπως έγινε γνωστό, η ΕΕ δεσμεύεται να αγοράσει αμερικανική ενέργεια συνολικού ύψους 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων —κυρίως LNG και πετρέλαιο από σχιστολιθικά κοιτάσματα— σε ορίζοντα δεκαετίας.
Παράλληλα, συμφωνήθηκε επενδυτικό πακέτο ύψους 600 δισ. δολαρίων που αφορά ευρωπαϊκές επενδύσεις σε αμερικανικές εταιρείες, ιδιαίτερα στον κλάδο των υποδομών, της τεχνολογίας και των μεταφορών. Στο σκέλος της άμυνας, η ΕΕ φέρεται να δεσμεύθηκε για την αγορά «τεράστιων ποσοτήτων» αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Λευκός Οίκος, χωρίς ωστόσο να δοθούν επίσημοι αριθμοί.
Η ενεργειακή και αμυντική διάσταση της συμφωνίας ερμηνεύεται από αναλυτές ως προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την επιρροή τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου κινεζικού και ρωσικού ανταγωνισμού.
Φάρμακα και ημιαγωγοί εκτός συμφωνίας — τουλάχιστον προς το παρόν
Παρά τη συνολική θετική αποτίμηση της συμφωνίας, σημαντικά θέματα παραμένουν ανοιχτά. Όπως δήλωσε ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Χάουαρντ Λάτνικ, οι αποφάσεις σχετικά με τα φαρμακευτικά προϊόντα και τους ημιαγωγούς θα ληφθούν εντός των επόμενων δύο εβδομάδων. Οι δύο αυτοί κλάδοι τελούν υπό ξεχωριστή έρευνα από το αμερικανικό Υπουργείο Εμπορίου, καθώς εξετάζεται το ενδεχόμενο επιβολής ειδικών δασμών για λόγους προστασίας της εσωτερικής παραγωγής και της τεχνολογικής κυριαρχίας των ΗΠΑ.
Η δήλωση Λάτνικ επιβεβαιώνει ότι, παρά την επίτευξη της συμφωνίας-πλαισίου, ορισμένες κρίσιμες βιομηχανίες —ειδικά υψηλής τεχνολογίας και φαρμάκων— παραμένουν ανοιχτές στη διαπραγμάτευση, διατηρώντας την αβεβαιότητα σε συγκεκριμένους ευρωπαϊκούς παραγωγικούς κλάδους.
Η ΕΕ απέφυγε την κατάρρευση — με κόστος
Δεν είναι μυστικό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προσήλθε στις διαπραγματεύσεις έχοντας έτοιμο πακέτο αντιποίνων ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, σε περίπτωση κατάρρευσης των συνομιλιών. Τα αντίμετρα θα στόχευαν βασικά αμερικανικά προϊόντα, όπως αγροτικά αγαθά, μηχανήματα και υπηρεσίες cloud.
Ωστόσο, από τα μέσα Ιουλίου και μετά, στους διαδρόμους των Βρυξελλών διαφαινόταν σταδιακά η πρόθεση αποδοχής ενός «ασύμμετρου συμβιβασμού», με κύριο στόχο την αποτροπή ενός πλήρους εμπορικού πολέμου. Ενός πολέμου που, σύμφωνα με αναλυτές, θα έπληττε δυσανάλογα την ευρωπαϊκή οικονομία, σε μια περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και με υψηλό εξωτερικό ενεργειακό κόστος.
Έτσι, η αποδοχή ενός ενιαίου δασμού 15% —αν και θεωρείται επώδυνη για ορισμένες ευρωπαϊκές εξαγωγικές βιομηχανίες, κυρίως στη Γερμανία και τη Γαλλία— ήρθε με αντάλλαγμα την εξαίρεση κρίσιμων κλάδων, όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η συμφωνία ΗΠΑ–ΕΕ αποτελεί μια δύσκολη αλλά αναγκαία εξισορρόπηση συμφερόντων, σε ένα ρευστό παγκόσμιο περιβάλλον. Αποτράπηκε η σύγκρουση, αλλά με σημαντικά ανταλλάγματα και ανοιχτά μέτωπα. Η επόμενη φάση των συνομιλιών —ιδίως σε τεχνολογικούς και φαρμακευτικούς τομείς— θα κρίνει κατά πόσον ο συμβιβασμός μπορεί να μετατραπεί σε διαρκή εμπορική συνεργασία ή αν πρόκειται για μια προσωρινή ανακωχή.
